The Mandalorian: Μια νέα ελπίδα



Ποιος να το περίμενε ότι μέσα στο 2019, όπου κυκλοφόρησε το ένατο επεισόδιο και ταυτόχρονα το τέλος της sequel τριλογίας του Πολέμου των Άστρων, το φινάλε των Skywalker δεν θα ήταν το Star Wars δημιούργημα για το οποίο όλοι θα μιλούσαν. Ότι ένας κυνηγός επικηρυγμένων και ένα «μαγικό» μωρό θα σημειώσουν μεγαλύτερη επιτυχία από την αιώνια μάχη Καλού και Κακού, ανάμεσα στους Jedi και τους Sith. Κι όμως, η πρώτη live action σειρά του διάσημου διαστημικού σύμπαντος κατάφερε να αγγίξει τις καρδιές των θεατών πέρα από κάθε προσδοκία.


Γράφει ο Δημήτρης Τάσκου


Για να μην το ισοπεδώνουμε όλα, σίγουρα ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη περίμενε με ανυπομονησία τη συγκεκριμένη σειρά, μιας και όπως ανέφερα και παραπάνω, αποτελεί την πρώτη απόπειρα του διάσημου franchise να δοκιμαστεί στη μικρή οθόνη, χωρίς να είναι animation. Όμως και πάλι, περιορίζονταν αποκλειστικά στο, αρκετά μεγάλο βέβαια, starwars-ικό κοινό, το οποίο δεν είχε χάσει ακόμη κάθε πίστη από την Disney και δεν έμεινε ξενερωμένο που η σειρά δεν θα αφορούσε τον Boba Fett, όπως είχε προγραμματιστεί αρχικά. Εν τέλει, η σειρά έμελε να αγγίξει όχι μόνο τους παραπάνω αλλά ακόμη και ανθρώπους που δεν ενθουσιάζονταν ιδιαίτερα με αυτό το κινηματογραφικό σύμπαν ή δεν είχαν ξανασχοληθεί ποτέ τους με τον Πόλεμο των Άστρων. Τι ήταν αυτό που κράτησε τελικά το κοινό τόσο ενθουσιασμένο;


Αρχικά όμως, ας ασχοληθούμε λίγο με τις αδυναμίες της, μιας και σίγουρα δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για μία τέλεια σειρά. Η πρώτη σεζόν αποτελείται μόλις από οχτώ επεισόδια και, όπως είναι λογικό, θα περίμενε κανείς μια σφικτή δομή. Δυστυχώς όμως, η σειρά αναλώνεται σε πολύ filler στιγμές, ειδικά στα πρώτα επεισόδια, όπου βλέπουμε περισσότερο τους χαρακτήρες να περπατάνε παρά να αναλαμβάνουν δράση. Πιο συγκεκριμένα, το δεύτερο επεισόδιο θα μπορούσε άνετα να λείπει, καθώς πραγματικά δεν χρησιμεύει σε τίποτα, πέρα από μια σημαντική πληροφορία που παίρνουμε. Και όχι μόνο είναι οχτώ επεισόδια με πολύ αχρείαστο υλικό αλλά και η διάρκεια των επεισοδίων δεν υπερβαίνει τα 30 λεπτά. Αυτό είναι και το κύριο πρόβλημα. Και, ας είμαστε ειλικρινείς, η πλοκή δεν έχει κάτι το απολύτως πρωτότυπο ή κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί. Παρόλα αυτά, είναι κακό κάτι τέτοιο;


Σίγουρα όχι, μιας και σημασία έχει πως θα το διαχειριστούν οι δημιουργοί. Και σε αυτή τη σειρά, ήξεραν ακριβώς τι πρέπει να κάνουν με την ιδέα που είχαν στο μυαλό τους. Μάλιστα, στην εποχή της Disney που έχει περάσει πλέον το Star Wars, δεν φαίνεται να μπορούν να διαχειριστούν ιδιαίτερα πετυχημένα τα μεγάλα χαρτιά που έχει αυτό το σύμπαν, δηλαδή τη Δύναμη εν ολίγοις, επομένως μια πιο απλή ιστορία, η οποία δεν θα συμπεριλαμβάνει γεγονότα τόσο κομβικής σημασίας στο franchise, μπορεί να πάρει αρκετό βάρος από τους ώμους των ανθρώπων που δουλεύουν σε αυτή και να νιώσουν περισσότερο ελεύθεροι. Κι έτσι κι έγινε.


Η σειρά πάνω στην απλότητα της χτίζει πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες, τους οποίους θέλεις να ακολουθήσεις στην προσωπική τους περιπέτεια. Έχουμε έναν πρωταγωνιστή, του οποίου το παρελθόν το αγνοούμε και έναν μικρό Jedi, ο οποίος έχει ανεξήγητα υπερβολική «Δύναμη» μέσα του. Δύο χαρακτηριστικά που τα συναντάμε και στην πρωταγωνίστρια της sequel trilogy, Rey και εκεί που τρεις ταινίες δεν αποδείχτηκαν αρκετές για να την συμπαθήσουμε ιδιαίτερα, στη σειρά οι δύο αυτοί χαρακτήρες σε κερδίζουν σχεδόν κατευθείαν και η μεταξύ τους σχέση βοηθάει πολύ σε αυτό. Παράλληλα, έχουμε και πολύ καλούς δευτερεύοντες χαρακτήρες, από τον αυτοκρατορικό του Werner Herzog και τον Greef Karga του Carl Weathers ως τους Kuiil και Cara Dune, των Nick Nolte και Gina Carano αντίστοιχα. Κάτι σημαντικό που επίσης κάνει το σενάριο είναι να μας ενημερώσει για την πολιτική κατάσταση που βρίσκεται ο γαλαξίας με την επιστροφή της Δημοκρατίας. Και ακόμη σημαντικότερο το ότι γκριζάρει λίγο τις ζώνες, με τον χαρακτήρα του Herzog να λέει χαρακτηριστικά “Look outside. Is the world more peaceful since the revolution?” .


Στην πλευρά του καθαρού θεάματος, η σειρά δεν απογοητεύει. Καθαρόαιμα Star Wars σκηνικά και εξαιρετικά εφέ, σχεδόν κινηματογραφικά. Οι σκηνές δράσης είναι φοβερά καλοσκηνοθετημένες, με τον/-ην εκάστοτε σκηνοθέτη να βάζει την δική του πινελιά σε αυτό τον τομέα. Μάλιστα, έχουμε αρκετά βίαια σκηνικά για μια Star Wars περιπέτεια, τα οποία σίγουρα θα κάνουν αίσθηση στους περισσότερους.


Εν ολίγοις, μπορεί η ιστορία να μοιάζει φαινομενικά απλή αλλά θα κρατήσουν κάποιον ως το τέλος οι χαρακτήρες και σίγουρα η δράση. Είναι μια περίπτωση εξαιρετικής μετριότητας, η οποία έχει όλα τα φόντα να γίνει κάτι πολύ μεγάλο. Ξεκίνησε αναμφίβολα δυναμικά και περιμένουμε στην δεύτερη σεζόν να δείξει ακόμη περισσότερο θάρρος. Εν τέλει όμως, τι είναι αυτό που κάνει την σειρά σπουδαία στα δικά μου μάτια;


Αυτά που δεν κατάφερε το κινηματογραφικό σύμπαν τα τελευταία χρόνια, ακόμη και τα prequels, κατάφερε να το πετύχει ένα τηλεοπτικό προϊόν. Το fan club του Star Wars έχει καταλήξει να είναι αρκετά τοξικό και η επιστροφή της διαστημικής όπερας οδήγησε στο να διχαστεί σε ακόμη περισσότερα μέτωπα. Κάθε κυκλοφορία στην νέα εποχή του franchise έφτανε να οξύνει κι άλλο το κλίμα. Εκτός από μία, όμως. Το Mandalorian έμελλε να ενώσει το διχασμένο κοινό, το οποίο το έβλεπες να ανυπομονεί πια για κάθε επεισόδιο. Δέθηκε με τους χαρακτήρες του, αγωνιούσε για την τύχη τους, παθιάζονταν σε κάθε έντονη σκηνή, αναπαρήγαγε ατάκες από την σειρά. Καταλαβαίνεις πως ο κόσμος γουστάρει πραγματικά αυτό που βλέπει όταν κάθεται και συζητά για ώρες για το τι του άρεσε περισσότερο τελικά. Ως πιο νέος, δεν έτυχε ποτέ να δω τους λάτρεις του Star Wars σε μια τόσο μαζική ενότητα. Και αυτή είναι για μένα η μεγαλύτερη νίκη της σειράς.

Όταν η alternative δεν είναι η εναλλακτική σου​

  • Facebook
  • Instagram
  • Spotify
  • YouTube
  • Twitter

©2020 by Breakroom