• Δημήτρης Φαληρέας

The‌ ‌Final‌ ‌Cut:‌ ‌όταν‌ ‌οι‌ ‌Pink‌ ‌Floyd‌ ‌τα‌ ‌έβαλαν‌ ‌με‌ ‌τη‌ ‌Θάτσερ‌ ‌


Σκίτσο του Gerald Scarfe για τη Μάργκαρετ Θάτσερ.

“Tell me true, tell me why, was Jesus crucified?

Was it for this that Daddy died?

Was it for you? Was it me?

Did I watch too much T.V.?

Is that a hint of accusation in your eyes?”


Ειπωμένοι από την οπτική του παιδιού ενός νεκρού Βρετανού στρατιώτη, αυτοί είναι οι πρώτοι στίχοι του “The Post War Dream”, με το οποίο ξεκινάει το The Final Cut (1983). Το τελευταίο άλμπουμ των Pink Floyd με τον Roger Waters και ίσως το βαθύτερα πολιτικοποιημένο τους, αρχικά προοριζόταν ως soundtrack για την ταινία The Wall (1982), βασισμένη στον ομώνυμο δίσκο τους, όμως με το ξέσπασμα του Πολέμου των Φόκλαντ, οι προτεραιότητες άλλαξαν.


Γράφει ο Δημήτρης Φαληρέας


Το Final Cut δεν είναι -ακριβώς- γραμμένο για τα Φόκλαντ. Ο Waters εξερευνά τον πόλεμο μέσα από τις δικές του εμπειρίες, και τον δικό του νεκρό-Βρετανό-στρατιώτη πατέρα, που σκοτώθηκε κατά την απελευθέρωση της Ιταλίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν εκείνος ήταν μόλις ενός έτους. Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει μια ανατριχιαστική προσέγγιση σε έναν πόλεμο που είχε πολύ μεγαλύτερη πολιτισμική, παρά στρατιωτική σημασία. Όμως ας τα πάρουμε από την αρχή.


Στιγμιότυπο από τον Πόλεμο των Φόκλαντ (1982).

Τα Φόκλαντ (ή Μαλβίνες) είναι ένα αρχιπέλαγος χωρίς ιδιαίτερα σημαντικό οικονομικό στάτους στα ανοιχτά της Αργεντινής και ανήκει στο Βρετανικό Στέμμα από το 1840. Το 1982, ο Αργεντινός στρατηγός-δικτάτορας Λεοπόλντο Γκαλτιέρι αποφασίζει να εισβάλει -κυρίως για λόγους χουντικού γοήτρου- και ξεκινάει ένας πόλεμος που ποτέ δεν κηρύσσεται επίσημα, αλλά κρατάει για 74 μέρες και καταλήγει σε βρετανική νίκη. Ο “πόλεμος δυο καραφλών για μια τσατσάρα” όπως τον ονόμασε ο Αργεντινός συγγραφέας Χόρχε Λουίς Μπόρχες, δεν είχε ιδιαίτερο αντίκτυπο στρατιωτικά, καθώς τίποτα δεν άλλαξε και οι απώλειες ήταν σχετικά μικρές (255 νεκροί Βρετανοί και 649 Αργεντίνοι), όμως πολιτικά και κοινωνικά έφερε τα πάνω κάτω.


Στην Αργεντινή ταπείνωσε κι έθαψε το έντονο εθνικιστικό πνεύμα της εποχής, πυροδοτώντας τεράστιες διαμαρτυρίες κατά της χούντας και φέρνοντας την αντικατάσταση του Γκαλτιέρι, αλλά και την πτώση του καθεστώτος λίγους μήνες αργότερα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο από την άλλη, η ξεκάθαρη νίκη βοήθησε μεν στην επανεκλογή της Μάργκαρετ Θάτσερ και των Συντηρητικών, σηματοδότησε δε και επίσημα το τέλος του “μεταπολεμικού ονείρου” της ευημερίας και της ειρήνης.


Το τέλος της μεταπολεμικής ανάπτυξης έχει ήδη φανεί πριν από την πρώτη θητεία της Θάτσερ, όμως τότε είναι που πραγματικά κυριαρχούν οι πολιτικές λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεων που θα στιγματίσουν ολόκληρη τη δεκαετία και σίγουρα δεν βοηθάει η τρύπα 2.7 δισ. λιρών (9.2 δισ. σε σημερινές λίρες) που δημιουργήθηκε στα δημοσιονομικά με τον πόλεμο. Όσον αφορά την ειρήνη, η Βρετανία μπορεί να μην ήταν και η πιο ειρηνική χώρα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς είχε εμπλακεί σε διάφορους ξένους πολέμους από τότε, ωστόσο, εκείνος των Φόκλαντ ήταν αυτός που πραγματικά “τάραξε” την κοινή γνώμη, και ο λόγος ήταν ότι ο πόλεμος γύρισε στα σπίτια τους.


Η Μάργκαρετ Θάτσερ επισκέπτεται τα βρετανικά στρατεύματα.

Το Βρετανικό Υπουργείο Άμυνας φέρεται να μην προετοίμασε καθόλου τους στρατιώτες για τις φρίκες που θα αντιμετώπιζαν στον πόλεμο, ενώ η συμπεριφορά του όταν τελείωσε ήταν ακόμα χειρότερη. Το Υπουργείο δέχθηκε πολλές και σφοδρές κατηγορίες ότι προσπάθησε για λόγους κύρους και επίδειξης δύναμης να αγνοήσει εντελώς το μετατραυματικό στρες (PTSD) των στρατιωτών, οι οποίοι όταν πια γύρισαν στην πατρίδα τους αντιμετώπισαν βαριά ψυχολογικά προβλήματα που πολλές φορές προκάλεσαν διαταραχές προσωπικότητας, φλάσμπακ από τις μάχες και άγχος, ενώ τους κατέστησαν ανίκανους να εργαστούν ή να κοινωνικοποιηθούν και τους οδήγησαν στην κατάθλιψη και τον αλκοολισμό. Ακόμα πιο σοκαριστικός όμως είναι ο αριθμός των αυτοκτονιών των βετεράνων, ο οποίος μέχρι το 2003 είχε φτάσει στους 264, δηλαδή περισσότεροι στρατιώτες αυτοκτόνησαν αφού γύρισαν, παρά σκοτώθηκαν στον πόλεμο.


“...And it can't be much fun for them

Beneath the rising sun

With all their kids committing suicide

What have we done, Maggie, what have we done?

What have we done to England?...”


Οι παραλληλισμοί ανάμεσα στους πολέμους συνεχίζονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σε ολόκληρο το άλμπουμ, και με αφορμή την κοινή μεταπολεμική πορεία της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ιαπωνίας, τα πρόσωπα εναλλάσσονται, για να εξυπηρετήσουν καλύτερα το concept του δίσκου. Την προδοσία του κράτους προς όσους πολέμησαν και σκοτώθηκαν για την πατρίδα τους, στο όνομα του μεταπολεμικού ονείρου που πλέον ξεφούσκωσε. Αυτό γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρο στο ομώνυμο 19λεπτο φιλμ που κυκλοφόρησε λίγο αργότερα. Ο Βρετανός στρατιώτης προσπαθεί να σταματήσει τον Ιάπωνα από την αυτοκτονία, αναγνωρίζοντας ότι στην πραγματικότητα δεν έχουν να χωρίσουν κάτι μεταξύ τους. Όχι σαν άνθρωποι που έχουν βιώσει την ίδια φρίκη, για λόγους που πλέον φαίνονται μάταιοι. Η εν λόγω ματαιότητα εκφράζεται πλήρως στο “The Fletcher Memorial Home” (Fletcher το μεσαίο όνομα του πατέρα του Waters), όπου κατηγορεί ευθέως τους μεγάλους πολιτικούς ηγέτες της εποχής, από τη Θάτσερ και τον Ρέιγκαν μέχρι τον Μπρέζνιεφ και τον Μπέγκιν, για τα παιχνίδια δύναμης που κάνουν στις πλάτες -και τις ζωές- των πολιτών τους.


“...Did they expect us to treat them with any respect?

They can polish their medals and sharpen their smiles,

And amuse themselves playing games for awhile

Boom boom, bang bang, lie down you’re dead...”

Η 19λεπτη ταινία The Final Cut, σε σκηνοθεσία Willie Christie και σενάριο Waters κυκλοφόρησε το 1983 και περιέχει τέσσερα τραγούδια από το άλμπουμ.


Παρά το πολύ ενδιαφέρον concept του δίσκου όμως, το Final Cut αποδείχθηκε βαθιά προβληματικό για τους Pink Floyd και το τέλος μιας εποχής. Μεγάλο κομμάτι του υλικού προέκυψε από κομμάτια που είχαν κοπεί από το The Wall και όπως μπορεί κανείς να φανταστεί, κόπηκαν για κάποιον λόγο. Αυτό πυροδότησε εντάσεις ανάμεσα στον Waters και τον Gilmour, ο οποίος θεωρούσε ότι αρκετά τραγούδια δεν άξιζαν να κυκλοφορήσουν και ανέδειξαν έντονες καλλιτεχνικές διαφωνίες που δύο χρόνια αργότερα θα οδηγούσαν τον Waters να φύγει από το συγκρότημα. Επίσης πρόκειται για τον μοναδικό δίσκο που δε συμμετέχει ο κιμπορντίστας Richard Wright, ενώ μειωμένη είναι η συνεισφορά του ντράμερ Nick Mason. Η αλήθεια είναι ότι περισσότερο θυμίζει σόλο του Waters, παρά Pink Floyd, ειδικά όταν μπαίνει σε σύγκριση με τη θρυλική παραγωγή της μπάντας στα 70’s. Έτσι μπορούν να δικαιολογηθούν τόσο οι μέτριες κριτικές, όσο και η μειωμένη απήχηση στο κοινό. Παρότι έγινε δύο φορές πλατινένιο και έφτασε στο νούμερο ένα των πωλήσεων στη Βρετανία, δεν μπορεί να συγκριθεί με το προηγούμενο Wall που έγινε 23 φορές πλατινένιο.


Όμως, όπως ο πόλεμος των Φόκλαντ ήταν σημαντικός σε ένα επίπεδο πέρα από το καθαρά στρατιωτικό, έτσι και το Final Cut είναι σημαντικό σε ένα επίπεδο πέρα από το καθαρά μουσικό. Αποτυπώνει αφενός το τέλος ενός πολύ μεγάλου κύκλου για τους Pink Floyd, καθώς και μια μεγαλύτερη πολιτισμική και πολιτική αλλαγή που ξεκινάει σε παγκόσμιο επίπεδο εκείνη την εποχή. Ο θάνατος του μεταπολεμικού ονείρου είναι η αρχή του τέλους για τη σοσιαλδημοκρατία και το κράτος πρόνοιας. Δεν είναι τυχαίο που αντίστοιχες αναπαραστάσεις της σκληρότητας των 80’s στη Βρετανία, συχνά ξεκινούν από εκείνο την ίδια αφετηρία. Στο This Is England (2006), ο πατέρας του πρωταγωνιστή είναι νεκρός φαντάρος από τα Φόκλαντ, ενώ στο σύμπαν των βιβλίων του Trainspotting, την ίδια μοίρα είχε και ο μεγάλος αδερφός του Ρέντον.

Λεπτομέρεια από το οπισθόφυλλο του δίσκου.

Σε ένα παρόμοιο πλαίσιο είναι πιο εύκολο να αναγνωριστεί η αξία του δίσκου, που στη δισκογραφία των Pink Floyd είναι μάλλον μια υποσημείωση, παρά ένα γεγονός. Είναι κάτι περισσότερο όμως. Γράφεται και κυκλοφορεί στο background μεταβάσεων. Για τη μπάντα, για τη Βρετανία, για όλον τον κόσμο τελικά. Και αυτό είναι το ντοκουμέντο τους.