#review: Robert Plant - Carry Fire


Στην Αγία Γραφή, ελάχιστα είναι γνωστά για τη ζωή του Χριστού μεταξύ της παιδικής του ηλικίας και των τελευταίων ημερών του. Έτσι, και για τον μουσικό Μεσσία, τον άνθρωπο που μετέδωσε τη δικιά του σοφία και δημιούργησε τη δική του “θρησκεία”, τον Λεντζεππελιανισμό, δεν έχουμε πολλές πληροφορίες για τη ζωή του μετά και τη διάλυση της σπουδαιότερης μπάντας που γνώρισε ο πλανήτης μας. Κυρίες και κύριοι, ο ανυπέρβλητος, Robert Plant.


Γράφει ο Γιώργος Φακαλής


Περιπλανώμενος πολλά χρόνια στη Βόρεια Αφρική και την Μέση Ανατολή, ο Plant άλλαξε φιλοσοφία ζωής και κατάφερε να ανοίξει τους πνευματικούς του ορίζοντες, βελτιώνοντας και όχι αποτινάσσοντας τον τίτλο του μύθου του rock’n’roll που τον ακολουθούσε. Πλέον, στα 68 του χρόνια, πιο συνειδητοποιημένος και ώριμος από ποτέ, αλλά με την ίδια, απαράμιλλη, κρυστάλλινη φωνή, μας παρουσιάζει το ενδέκατο του σόλο άλμπουμ Carry Fire, μια δουλειά που αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι το μουσικό Πάνθεον θα είναι για το αιώνιο σπίτι του.


Ξεκινώντας με το 'May Queen', το πρώτο κομμάτι του δίσκου, το πλοίο που αναφέρεται και στους στίχους του 'Stairway To Heaven' για τα δύο μονοπάτια που είχε να επιλέξει, ο Plant κάνει μια επιστροφή στο ένδοξο παρελθόν του, μόνο που, τώρα, αποφασίζει να αλλάξει ρότα και να επιλέξει τον άλλο δρόμο, αυτόν που θα τον οδηγήσει στο σήμερα και όχι αυτό που θα τον κρατήσει στάσιμο στο χθες. Εδώ, όπως και στα τρυφερά μα καθόλου μελιστάλακτα, 'Season’s Song' και 'Dance With You Tonight', τα ξέπνοα φωνητικά σε συνδυασμό με τον αχνό, ανατολίτικο ρυθμό δημιουργούν μια ρομαντική- αισθαντική ατμόσφαιρα που θα επικρατήσει σε όλη τη διάρκεια του Carry Fire.


Αμέσως μετά, η διάθεση κάνει στροφή 180 μοιρών και ο Plant αποφασίζει να δώσει τη δικιά του πολιτική χροιά, τόσο για την μετά-Brexit εποχής, καθώς για τις πολιτικές του Donald Trump, όπως ο ίδιος δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξη του στο Times. Στο 'Bones Of Saints', τραγουδάει “Who sells the bullets? Who sells the guns?”, με τα γνωστά brit-folk riffάκια να τον συνοδεύουν, θυμίζοντας κάτι από το Led Zeppelin III. Παράλληλα, το 'Carving Up The World Again … A Wall And Not A Fence', το οποίο, μελωδικά, ακολουθεί την πεπατημένη του προηγούμενου άλμπουμ του, Lullaby And…The Ceaseless Roar, αποτελεί μια φωνή διαμαρτυρίας απέναντι σε κάθε είδους “Emperors and sultans, kings and presidents/ Dictators and ambassadors engaged in our defense”.


Ωστόσο, το Carry Fire δεν αναλώνεται στις σύγχρονες πολιτικές και παραμένει ένα ρομαντικό ταξίδι στις ανατολίτικες μουσικές. Το ομώνυμο τραγούδι είναι μια ωδή στο πάθος και τον έρωτα, και πώς να μην είναι, άλλωστε, όταν το λόγο έχουν οι μυστικιστικοί ρυθμοί από αραβικές κιθάρες, με συγχορδίες που φαίνεται να είναι βγαλμένες μέσα από καπνούς ναργιλέδων σε κάποιο καταγώγι της Ανατολής.


Το Carry Fire θα μπορούσε να παραλληλιστεί με τον κύκλο της ζωής του Robert Plant. Από την εποχή των Zeppelin και τις περιπλανήσεις σε Αφρική και Αραβία, ο Plant κατέληξε στο Texas, όπου και ζει τα τελευταία χρόνια. Έτσι, το άλμπουμ κλείνει με ένα μικρό διαμαντάκι, το 'Bluebirds Over The Mountain', μια διασκευή ενός κλασσικού αμερικάνικου, rockabilly των 50s του Ersel Hickery. Ζητώντας και τη βοήθεια της τραγουδίστριας των Pretenders, Chrissie Hynde, ο Plant καταφέρνει να αναγεννήσει από τις στάχτες του ένα ξεχασμένο κομμάτι και να το μεταμορφώσει σε ένα πανέμορφο, σύγχρονο folk-rock.


Βέβαια, ειδική αναφορά πρέπει να γίνει και για τους συνοδοιπόρους του Plant τα τελευταία χρόνια, τους Sensational Space Shifters, οι οποίοι όχι μόνο μεταδίδουν στο έπακρο τις ιδέες του Plant, αλλά συνυφαίνοντας και τις δικές τους μουσικές πινελιές, έχουν δημιουργήσει μια πολύ πετυχημένη συνταγή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η συμμετοχή του, άλλοτε, πληκτρά του Tricky και των Massive Attack, John Baggott, που διανθίζει με trip-hop στοιχεία μερικά από τα κομμάτια του δίσκου.


Κλείνοντας, λίγοι θα περίμεναν ότι, μετά το θάνατο των Led Zeppelin, ο Robert Plant θα εξελισσόταν σε μία διαρκή πηγή δημιουργίας και εμπνευσμένων πειραματισμών με διαφορετικά είδη μουσικής που δεν εφάπτονταν στα μέχρι τότε ακούσματα που μας είχε συνηθίσει, ειδικά από τη στιγμή που ο Jimmy Page αναλώθηκε στο remaster της δουλειάς του συγκροτήματος. Έτσι, αν και το Carry Fire ακολουθεί την ίδια πετυχημένη φόρμουλα του Lullaby And…The Ceaseless Roar, είναι φανερή η επιθυμία για τη μίξη παράταιρων, θεωρητικά, ακουσμάτων, με αποτέλεσμα τη σύνθεση και την εδραίωση μιας μουσικής ταυτότητας που συνεχώς διαμορφώνεται και πρωτοπορεί.


Βαθμολογία: 8/10