• Νίκος Παπανικολάου

#review: Matt Berninger - Serpentine Prison


Έχοντας δημιουργήσει κάποια εξαιρετικά άλμπουμ με τους National, έχοντας κάνει το διάλλειμα του με τους ELVY, o Matt Berninger αποφάσισε να τολμήσει το σόλο εγχείρημα - χωρίς την ασφάλεια των στίχων της Carin Besser ή της δημιουργικής ιδιοφυΐας του Aaron Dessner. Μία - δεδομένα - εξαιρετική φωνή, βαλμένη σε ένα λευκό χαρτί, σε μία προσπάθεια να φτιάξεις κάτι από το μηδέν, μόνος.


Γράφει ο Νίκος Παπανικολάου


Ή καλύτερα, όχι μόνος. Σίγουρα όμως χωρίς την ασφάλεια που σου προσφέρουν τα υπόλοιπα μέλη των National, με τους οποίους συμπορεύεσαι για δεκαετίες, και με τους οποίους νιώθεις αυτή τη δημιουργική ασφάλεια. Από την άλλη βέβαια, ο Matt Berninger δεν είχε να αποδείξει κάτι σε κανέναν. Στην indie σκηνή θεωρείται μία από τις καλύτερες φωνές εκεί έξω, και έχει φτάσει σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο με τους National. Μην ξεχνάμε πως μιλάμε για μία μπάντα που δούλεψε πολύ για να φτάσει εκεί που έχει φτάσει - μία προσπάθεια που πήρε δεκαετίες για να ευωδοθεί. Από τη μέρα που ανακοίνωσε πως θα κυκλοφορήσει σόλο άλμπουμ, μέχρι και τη μέρα που το κυκλοφόρησε - έχοντας πάρει μερικές τζούρες από τα singles που μας έδωσε - είχα την αίσθηση πως ήταν ένα άλμπουμ που το έκανε για τον εαυτό του πάνω απ' όλα. Ένα άλμπουμ στο οποίο θα φαινόταν ο Matt έξω από το σύνολο των National, ο Matt ως μουσικός και καλλιτέχνης και όχι ως μία φωνή.


Παράλληλα μετά και την κυκλοφορία του I Am Easy To Find και την περιοδεία της μπάντας, ήταν ξεκάθαρα - και απολύτως κατανοητό - πως οι National χρειάζονταν ένα διάλλειμα από τους National. O Matt ασχολήθηκε με το σόλο άλμπουμ του, ο Aaron Dessner έγραψε κομμάτια για τον Michael Stipe και έπειτα συμμετείχε στο folklore της Taylor Swift (το άλμπουμ - αποκάλυψη της χρονιάς μέχρι τώρα για μένα), και τα υπόλοιπα μέλη ασχολήθηκαν με side projects.


To Serpentine Prison πήρε την ονομασία του από έναν αγωγό λυμμάτων, ο οποίος ξεκινάει από το αεροδρόμιου του Λος Άντζελες και καταλήγει στον ωκεανό. Η έμπνευση ενός αγωγού λυμμάτων για τη δημιουργία ενός άλμπουμ, θα μπορούσε να έρθει σε πολύ λίγους μουσικούς. Για την δημιουργία του όμως χρειάστηκε - όπως τραγούδησαν και οι Beatles - a little help from his friends. Ο Matt Berninger μάζεψε δίπλα του μερικούς από τους καλύτερους μουσικούς και παραγωγούς εκεί έξω, όπως τον Matt Barrick των Walkmen, τον Andrew Bird, τον Scott Devendorf των National, την Gail Ann Dorsey, τον Booker T. Jones, τον Brent Knopf των EL VY, τον Ben Lanz, και τον Walter Martin μεταξύ άλλων.


Θα ήταν πολύ εύκολο για τον Matt να πέσει στην παγίδα να φτιάξει ένα άλμπουμ που μοιάζει με τους National, ωστόσο δεν έκανε κάτι τέτοιο. Αυτό δε σημαίνει πως δεν υπάρχουν στιγμές που θυμίζει κάτι λίγο από National - όμως μην ξεχνάμε πως ο Matt εδραιώθηκε και μεγάλωσε ως καλλιτέχνης μέσα σε αυτούς. Όμως η παραγωγή του Booker T. Jones, και φυσικά η εμπειρία του, δεν άφησε τον Matt να φτιάξει κάτι από National, αλλά να φτιάξει έναν δίσκο που μας συστήνει τον ίδιο τον Berninger έξω από τη μπάντα του. Παράλληλα όμως κρατάει στο πλευρό του ανθρώπους που τον βοήθησαν να αναδειχθεί μουσικά - ή καλύτερα να εξερευνήσει όλες τις καλλιτεχνικές του πτυχές.


Το ντουέτο του με την Gail Ann Dorsey - μία από τις πιο δυνατές στιγμές του Serpentine Prison. Μία συνταγή που δοκιμάστηκε με επιτυχία στο 'You Had Your Soul With You', δύο φωνές που έδεσαν υπέροχα, και ένας αμοιβαίος αλληλοθαυμασμός όπως αποδείχθηκε μετά την κυκλοφορία του I Am Easy To Find. Εδώ οι φωνές του ενώνονται ξανά με επιτυχία, στο κομμάτι 'Silver Springs', που δε χρειάζεται πολλά περισσότερα από μία φυσαρμόνικα. Ο Booker T. Jones εστιάζει κυρίως στις φωνές των δύο - διόλου άδικα αν με ρωτάτε - και κάνει όλη την ενορχήστρωση ένα συνοδευτικό background.


Το 'One More Second' είναι η απάντηση του Matt σε ένα από τα αγαπημένα του κομμάτια, στο 'Ι Will Always Love You' της Dolly Parton. O Matt δεν πάει να σκεπάσει ή να ξεπεράσει την καλλιτεχνική οντότητα της Dolly Parton, αλλά να προσεγγίσει την ιστορία του κομματιού από την άλλη πλευρά, χωρίς καμία διάθεση ωραιοποίησης, κάτι που αποτυπώνεται στον στίχο "always in love with someone, if it ain't me, come on", υπό τη συνοδεία βιολιού - ευχαριστούμε τον Andrew Bird για αυτό. Η καλλιτεχνική πινελιά που έρχεται σε συνέχεια των στίχων είναι το βίντεο του κομματιού. Ο Matt χορεύει μόνος σε ένα δωμάτιο περιτριγυρισμένο από οθόνες. Ο χορός του είναι νευρικός, αυθόρμητος, λυτρωτικός. Ο χορός της απόγνωσης. Ο εορτασμός του πόνου. Όλοι ξέρουμε τον χορό αυτό, όλοι τον έχουμε χορέψει.


Όπως είπα, το άλμπουμ είναι γύρω από τον Matt Berninger και τις δικές του καλλιτεχνικές επιρροές, αυτές που τον καθόρισαν ως μουσικό. Επιρροές που είναι πολύ ξεκάθαρες σε κάθε κομμάτι, όχι από λάθος αλλά περισσότερο ως φόρο τιμής του ίδιου προς αυτούς που τον ενέπνευσαν και τον έκαναν τον καλλιτέχνη (και τον άνθρωπο) που είναι. Ένα κομμάτι που αποτυπώνεται μία από τις επιρροές του, είναι το 'Oh Dearie', εκεί όπου ο Matt γίνεται Mark Lanegan, σε ένα κομμάτι που κάλλιστα θα μπορούσε να είχε ερμηνευθεί κι από τον Mark, όχι πως ο Matt το κάνει λάθος, αντιθέτως. Ακουστικές κιθάρες και βαριές νότες πιάνου συνοδεύουν τη στοιχειωμένη φωνή του Matt να τραγουδάει "how do people do it? I cannot see through it. Bootstraps are in the basement. Guess I’ll use my laces".


Μιλώντας για επιρροές, ο Berninger ουκ ολίγες φορές έχει δηλώσει την αγάπη του για τους Smiths και τον Morrissey. Το 'My Eyes Are T-Shirts', το κομμάτι με το οποίο ανοίγει το άλμπουμ, είναι η ένδειξη της αγάπης του για τον frontman των Smiths. Και διόλου τυχαίο πως είναι το πρώτο κομμάτι, μιας και αποτελεί αν όχι τη μεγαλύτερη, σίγουρα μία από τις πιο μεγάλες μουσικές αγάπες του Berninger. Αλλά και το κομμάτι καθαυτό έχει την ονειρικότητα και το παράδοξο των Smiths, στους στίχους "my eyes are t-shirts, they're so easy to read". Εκεί, φαίνεται και η ικανότητα του Matt να δημιουργεί ονειρικές - σχεδόν high - εικόνες, βάζοντας δίπλα δίπλα τις κατάλληλες λέξεις. Κάτι που συμβαίνει και στο 'Loved So Little', με τους στίχους "bring your fear of flight and your lizard boy brain to the top of the stairs".


Άν κάποιος επιμείνει να του εξηγήσω το άλμπουμ με όρους των National, θα έλεγα πως είναι ένα άλμπουμ που μας γυρίζει στην εσωτερικότητα του Trouble Will Find Me, όχι όμως πως είναι ένα άλμπουμ που μοιάζει με αυτό. Είναι ένα άλμπουμ προσωπικό, ένα άλμπουμ αυτοαναφορικό, ένα άλμπουμ που μιλάει για φόβους, νευρώσεις, άγχος. Παράλληλα όμως είναι ένα άλμπουμ που αν και θυμίζει, ιδεολογικά, το Trouble Will Find Me, συμπεριλαμβάνει και όσα έχουν μεσολαβήσει από το 2013 - όταν και κυκλοφόρησε - μέχρι φέτος που ήρθε το Seprentine Prison. Σε αυτά τα επτά χρόνια, υπήρξε το διάλειμμα με τους ELVY, η συμμετοχή του σε κομμάτια των CHVRCHES, και η αποδοχή του ίδιου του Berninger από τον εαυτό του.


Το Serpentine Prison είναι ένα άλμπουμ που όσοι δεν έχουν ακούσει αρκετά τους National θα το βρουν ένα καλό άλμπουμ. Για όσους όμως έχουν ακούσει πολύ National, έχουν βιώσει τους στίχους και έχουν ταυτιστεί μαζί τους, το Serpentine Prison είναι ένα διαμάντι που ήρθε εντελώς απρόσμενα στη χρονιά που το χρειαζόμασταν περισσότερο και - ας είμαστε ειλικρινείς - μετά από το μέτριο I Am Easy To Find (Rylan δε μιλάω για σένα). Ένα άλμπουμ που μπορεί να μην έχει το μουσικό ιλουστρασιόν των National, αλλά ένα άλμπουμ που έχει αφήσει τη στιχουργική και τη δημιουργική ικανότητα του Berninger να λάμψει. Κάτι που μόνο τυχαία δε συνέβη. Ο Booker T. Jones είναι ο άνθρωπος που πρέπει να ευχαριστούμε γι' αυτό.


Βαθμολογία: 9/10

Όταν η alternative δεν είναι η εναλλακτική σου​

  • Facebook
  • Instagram
  • Spotify
  • YouTube
  • Twitter

©2020 by Breakroom