#review: Leon Bridges - Good Thing


Ο αργόσυρτος θάνατος της soul, η ασύμφορη συγχώνευσή της με την RnB και τα δεινά που προκαλεί η τεχνολογία στη δημιουργία αυθεντικών έργων στην εποχή μας.


Αυτή τη φορά θα ξεκινήσουμε από το τέλος. Δεύτερο άλμπουμ για τον Leon Bridges, τον Τεξανό τραγουδιστή της soul που - από όσο μπορώ να “αφουγκραστώ τον παλμό της νεολαίας” - θεωρείται ένα από τα next big things της RnB μουσικής. Το Good Thing, λοιπόν, με προβλημάτισε. Όχι τόσο για την αισθητική του, ίσα ίσα που το βρήκα ΟΚ, έως και σε κάποια σημεία συμπαθητικό, αλλά για το κατά πόση προσπάθεια κατέβαλαν οι μουσικοί για την παραγωγή αυτού του δίσκου. Πόσο, ρε παιδί μου, ταλέντο χρειάζεται για να γράψει ένα από τα wonderkids της μουσικής του James Brown, του Sam Cooke και του Stevie Wonder δέκα τραγούδια και να τα εκδώσει το 2018. Και αν, πλέον, αυτή είναι η εξέλιξη των μουσικών του ‘50 και του ‘60 (με όλο το κοινωνικό υπόβαθρο που τις συνοδεύει), είναι αυτή που, υποσυνείδητα, θέλουμε ή θα αποθηκευτεί στο σκληρό μας δίσκο ως φυσιολογικό λόγω της επανάληψης;


Γράφει ο Γιώργος Φακαλής


Για να δούμε τα πράγματα πιο σφαιρικά και να φτάσουμε στο προκείμενο, πρέπει, πρώτα, να ασχοληθούμε με το Good Thing και τον ίδιο τον Leon Bridges. Βρισκόμαστε στην εποχή που το κίνημα τoυ Black Lives Matter είναι πιο ισχυρό από ποτέ τα τελευταία χρόνια με όλα όσο συμβαίνουν στην Αμερική. Χωρίς να επεκταθώ στο θέμα χάριν οικονομίας, κάποιος θα περίμενε από έναν έγχρωμο καλλιτέχνη, ειδικά λόγω της καταγωγής του από τις πλέον σκληροπυρηνικές πολιτείες των ΗΠΑ σε θέματα ρατσισμού, το ξενοφοβικό Τέξας, και πόσο μάλλον, όταν πρόκειται για καλλιτέχνη της soul, ένα από τα παρακλάδια των gospel στις φυτείες της Νέας Ορλεάνης της δεκαετίας του ‘20 και του ‘30, να πάρει θέση για τις κοινωνικές αδικίες που δέχονται οι συνάνθρωποί του. Αντ’ αυτού, το Good Thing βγάζει μια πασοκική (sic) ευφορία, μιλάει για μια εποχή που οι κύριοι προβληματισμοί ήταν η ερωτική απογοήτευση, το περιστασιακό σεξ και το άγχος για την έγκριση του συντρόφου από την οικογένεια. Ξεπερασμένη και άκαιρη στιχουργική, επαναλαμβάνω, στα πλαίσια του μουσικού είδους που επαφίεται, αλλά δεκτό, ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος δίσκος είναι που υστερεί σε φαντασία και θεματολογία.


Μουσικά, το Good Thing αποτελεί ένα φόρο τιμής στη soul του Σικάγο και της Τζόρτζια. Εμπνέει τη ζεστασιά του Curtis Mayfield και του Sam Cooke, ενώ, φωνητικά, ο Leon θυμίζει κάτι από Usher στα πρώτα του βήματα. Γενικά, υπάρχουν καλές ιδέες οι οποίες, ωστόσο, δεν αναπτύσσονται. Ξεχωρίζουν το ατμοσφαιρικό 'Shy' με ένα catchy neo-soul riffάκι, το μπρουνομαρσικό funky 'If It Feels Good (Then It Must Be)', καθώς και το 'You Don’t Know', που κάλλιστα θα μπορούσε να εμπεριέχεται σε κάποιον δίσκο των Maroon 5 ή να είναι το καινούριο χιτάκι των Coldplay. Βέβαια, και πάλι το διαβολάκι στο κεφάλι μου δε με αφήνει σε ησυχία. Όπως είχε αναλυθεί σε προηγούμενο επεισόδιο, όταν η blues ξέφυγε από το κλασικό 12μετρο που τη χαρακτήριζε και το groove (βλ. χάλκινα πνευστά, πιο δυναμικό drumming κλπ.) εισχώρησε, ξεπήδησαν η funk και η soul. Τα χρόνια πέρασαν και η soul εξελίχθηκε στη σημερινή RnB, την πιο soft έκδοση της μαύρης μουσικής, πιο εύπεπτη για τα αυτιά, με συνέπεια όλα τα ζωντανά συστατικά για τη σύνθεση των κομματιών να παραχωρήσουν τη θέση τους στην κονσόλα και τα έτοιμα, κατεψυγμένα samples, ανοίγοντας, με αυτόν τον τρόπο, τους ορίζοντες για μαζική παραγωγή καλλιτεχνών που θα έφταναν ψηλά, όχι με το μουσικό τους ταλέντο, αλλά με το περίφημο “γκελ” που θα έκαναν στον κόσμο, ή σε πιο απλά ελληνικά, την προβολή που θα τους παρείχε η μουσική βιομηχανία.


Με λίγα λόγια, αυτό που λείπει από το Good Thing είναι η ταυτότητα. Είναι εκείνα τα δύο- τρία στοιχεία που θα σου δώσουν να καταλάβεις ότι ακούς τον Leon Bridges και όχι ένα κακέκτυπο μιας μουσικής που μεσουράνησε μισό αιώνα πριν. Όταν φτάνουμε στη soul, περιμένουμε να ακούσουμε ένα αισθησιακό σολάκι στο σαξόφωνο, μια σπαρακτική φωνή που ψάχνει για αγάπη, μια γκρουβάτη μπασογραμμή, διάολε. Δε θέλουμε άλλα προηχογραφημένα τύμπανα, δε θέλουμε synthesizer στη θέση του πιάνου. Έχουμε ανάγκη για αυθεντικότητα, έχουμε ανάγκη να θαυμάσουμε καινούριους μουσικούς, και όχι παραγωγούς.


Βαθμολογία: 5/10

Όταν η alternative δεν είναι η εναλλακτική σου​

  • Facebook
  • Instagram
  • Spotify
  • YouTube
  • Twitter

©2021 by Breakroom