• Δημήτρης Φαληρέας

#review: King Krule - The Ooz


Ο τρίτος δίσκος του Archy Marshall (και δεύτερος υπό το ψευδώνυμο King Krule) δεν είναι τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο από το ξεκλείδωμα μιας ολόκληρης γενιάς καλλιτεχνών. Εμείς όμως τι μπορούμε να μάθουμε γι’ αυτή τη νέα φουρνιά λονδρέζικων κωλόπαιδων, μέσα από το Ooz;


Γράφει ο Δημήτρης Φαληρέας


Μιλάμε συνεχώς για το «μουσικό έλλειμμα» και την «έλλειψη αυθεντικότητας» και γενικά την αμηχανία που επικρατεί εδώ και καμιά δεκαετία στο ζήτημα ανάδειξης καλλιτεχνών. Προσοχή: όχι για καλούς νέους δίσκους, αλλά για καλούς νέους καλλιτέχνες. Αυτό που ήταν η Winehouse. Χαμένοι στις άπειρες πιθανές –και προσβάσιμες- επιρροές και με παρεξηγημένη την έννοια της αυθεντικότητας, το αποτέλεσμα ξενίζει λίγο έως πολύ. Και μέσα σε αυτό το χάος, μιας χρονιάς που περιμέναμε να σωθεί από τον Lanegan, τον Weller και τους LCD Soundsystem, έρχεται η πρώτη γερή γροθιά των millennials μιας πόλης που ανέκαθεν έδειχνε το δρόμο. Ένας συμπαθής αλητάκος - σαν άλλος Peter Doherty - που γεννήθηκε το ’94 και αντί για ροκ, άκουγε χιπ-χοπ. Αυτός είναι ο King Krule και ξεφεύγει από την αμηχανία. Και όπως έκαναν πολλοί πριν απ’ αυτόν, δίνει φωνή στη θυμωμένη υπο-κουλτούρα του Λονδίνου, μετουσιώνοντας τις ανησυχίες της σε μουσική, στη δική της μουσική. Και η δική τους μουσική πλέον δεν είναι γρήγορες κιθάρες κι αφορισμοί στη Βασίλισσα, δεν είναι ευαίσθητα και άτακτα παιδιά της εργατικής τάξης, είναι ένα ανοιχτό βιβλίο επιρροών, βουτηγμένο στην ψηφιακή εποχή, που καταφέρνει να φαίνεται αβίαστο.


Τζαζ, χιπ-χοπ, ντάρκγουειβ και τριπ-χοπ στριμώχνονται σε ένα μπλέντερ με σερφ κιθάρα, ελάχιστη ροκαμπίλι ('Vidual') μπόλικη μαυρίλα και τραχείς εγωκεντρικούς στίχους και το αποτέλεσμα μοιάζει με χαλαρά κοκτεϊλάκια στο υπόγειο του Fight Club. Τα τρία πρώτα τραγούδια ('Biscuit Town', 'The Locomotive', 'Dum Surfer') + το 'Czech One', είναι με διαφορά οι πιο αξιομνημόνευτες στιγμές του δίσκου - ειδικά το 'Dum Surfer' το οποίο σα σινγκλάκι μπορεί να έχει απίστευτη δυναμική - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο υπόλοιπος δίσκος είναι βαρετός ή δεν αξίζει προσοχής. Αντιθέτως, το Ooz λειτουργεί όπως θα έπρεπε για ένα δίσκο μεγάλης διάρκειας, σε πιο χαλαρούς τόνους χωρίς όμως να χάνει το freaky ύφος του, ανεβάζοντας ξανά ρυθμούς στο φινάλε και εν τέλει προσφέροντας ένα αυθεντικό συναίσθημα. Ακούς τα vintage μεταχειρισμένα πουκάμισα, το καγκουριλίκι και τις ζακέτες με τις τρεις ρίγες. Ακούς μια ιδιαίτερη ταυτότητα που παλεύει να αναδειχθεί και να εμπνεύσει, χέρι-χέρι με έναν ήχο που πολλά θυμίζει στο περίπου, τίποτα στο ακριβώς. New age ναρκωτικά και η διάθεση για το άνοιγμα μιας συγκεκριμένης γλώσσας και κουλτούρας στο ευρύ κοινό, ολοκληρώνουν την «μεγάλη εικόνα».


Το μόνο στοιχείο που κρατάει πίσω το δίσκο είναι η μεγάλη διάρκεια (μία ώρα κι επτά λεπτά). Κάπου στα μέσα του δίσκου, κάποια συνεχόμενα μικρά και μονότονα tracks λειτουργούν σα fillers που στην τελική απλά δυσκολεύουν (και κουράζουν) τον ακροατή να δώσει βάση στο σύνολο του άλμπουμ και του προσθέτουν διάρκεια που κανείς δε ζήτησε και κανείς δε χρειάζεται. Ωστόσο, παραμένει με διαφορά η καλύτερη δουλειά του Krule μέχρι σήμερα, θέτει τις βάσεις για μια μεγαλύτερη καριέρα και δίνει το θάρρος που λείπει από αυτή τη νέα γενιά κωλόπαιδων για να μπει δυναμικά στο προσκήνιο. Είναι μια εξαιρετική ευκαιρία για να πυροδοτηθεί μια σημαντική αλλαγή στα μουσικά δρώμενα και κοιτώντας πίσω από το μέλλον θα βλέπουμε την αρχή στους Young Fathers και τον King Krule.


Βαθμολογία: 8/10