#review: Jack White - Boarding House Reach


Το Boarding House Reach θεωρώ πως είναι η σοβαρότερη και περισσότερο ενδιαφέρουσα δουλειά του Jack White. Το uptight παιδί της ροκ που όλα τα έκανε με συγκεκριμένο τρόπο και όλα τα τραγούδια του είχαν συγκεκριμένη ταυτότητα, έκανε ένα γενναίο βήμα και πέρασε απέναντι κάνοντας πάρα πολλά πράγματα πρώτη φορά, με σημαντικότερο νέο βήμα, το editing των κομματιών σε υπολογιστή. 19 χρόνια μετά το πρώτο άλμπουμ των White Stripes ανακαλύπτουμε μια νέα του πλευρά, το οποίο συγχρόνως, σημαίνει ότι ο Jack συνεχίζει να είναι "ζωντανός" μουσικά και δημιουργικά. Tο άλμπουμ στο πρώτο άκουσμα, μου δημιούργησε την ίδια ανασφάλεια με το πρώτο άλμπουμ των White Stripes. Και τα δύο με βρήκαν να αναρωτιέμαι τι ήταν αυτό που άκουσα και που μπορώ να βρω παρόμοιους ήχους.


Γράφει ο Γιώργος Σερέπας


Η βασική ιδέα για το Boarding House Reach, ήταν η απορία του White για το τι θα μπορούσε να γράψει με τις γνώσεις που έχει σήμερα, χρησιμοποιώντας τον εξοπλισμό που είχε σαν έφηβος και έκανε ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις. Επέλεξε να στελεχώσει την ομάδα των ηχογραφήσεων με μουσικούς της hip hop, που έχουν το ταλέντο να αναπαράξουν samples και drumbeats όσο καλύτερα γίνεται, live. Ο Q-tip (Tribe Called Quest) τον έφερε σε επικοινωνία με τον καλύτερο (για εκείνον) drummer της Νέας Υόρκης. Μέσω έρευνας, έφτιαξε μια ομάδα από μουσικούς που δεν είχε ξανασυνεργαστεί, και τέλος, επέλεξε να ηχογραφήσει στη Νέα Υόρκη και το Λος Άντζελες για πρώτη φορά στην καριέρα του. Όλα αυτά από μόνα τους δημιούργησαν ακόμα και στον ίδιο ένα τεράστιο ερωτηματικό για το που θα καταλήξει αυτό το εγχείρημα, οπότε, το ότι ακούμε κάτι καινούριο από έναν μουσικό που είχαμε συνηθίσει ως bluesy rock, folk, είναι αρκετά λογικό.


Kαι όταν λέμε "καινούριο" εννοούμε jazz piano solo σε κλασική bluegrass μπαλάντα από εποχές Stripes ('What's Done Is Done'), η οποία παίρνει θέση και στις καλύτερες του στα 19 χρόνια πορείας. Organ solos' δεμένα με gospel φωνές ('Connected By Love' - στα φωνητικά του τραγουδιού, οι γνωστές σε όσους ακούνε soul, gospel, funk "McCrary Sisters" από το Detroit). Jack White να γράφει synthwave που σε στέλνει απευθείας 30+ χρόνια πίσω ('Get In The Mind Shaft'), μουντές κιθάρες να ντύνουν μια περίεργη soul-gospel μελωδία με τον White να αναρωτιέται "what is so funny about beasts above understanding" ('Why Walk A Dog?') και να εξετάζει το πως έχει εξελιχθεί η σχέση του ανθρώπου με τα κατοικία και ποιος έχει περισσότερη ανάγκη ποιόν. Αφηγητές που θυμίζουν έντονα χαρακτήρες από ταινίες του David Lynch να μας καλωσορίζουν στο κομμάτι που πρόκειται να ακούσουμε και με τη συνοδεία ενός ερωτικότατου μπάσου και γρήγορων drums ο White σαν ποιητής της Slam να καυτηριάζει θυμωμένος τα ερωτήματα που έχτισαν και χτίζουν την νοοτροπία του μέσου Δυτικού πολίτη ('Everything You've Ever Learned') ρωτώντας "do you wanna see it all? Do you want everything? Do you wanna question everything? Do you wanna start a fire?" με τον ίδιο στο τέλος να να κλείνει "do you wanna learn?" και να απαντάει "shut up and learn" (νομίζω το αγαπημένο μου κομμάτι από ολόκληρο το δίσκο). Μεθυσμένες απαγγελίες ('Abulia And Akrasia'). Jack White να ραπάρει στο 'Ice Station Zebra', που όπως ο ίδιος αποκάλυψε πρόκειται για κομμάτι που είχε γραφτεί για να κυκλοφορήσει σε δίσκο συνεργασία με τον Jay Z - κάτι που τελικά δεν έγινε ποτέ. Το 'Respect Commander', ένα show μιας technoir εποχής όπου η Detroit Techno δένει εύστοχα με το beat που δίνει το synth και θυμίζει early hip hop εποχή, και μας πάνε μια βόλτα που όλο και επιταχύνει και εξελίσσεται μέχρι να την ησυχάσει ένα εξαιρετικό μπάσο (στο 'Respect Commander' ακούμε τους Neon Phoenix και Charlotte Kemp Muhl) και να γίνει η εισαγωγή για να έρθει η γνωστή αγαπημένη κιθάρα του White που με τη σειρά της θα επιταχύνει για να μας φτάσει στο σόλο κιθάρας και την καλύτερή του στιγμή σαν κιθαρίστας, στον δίσκο.


Τα καινούρια στοιχεία συνεχίζονται με το νανουρίσμα του δίσκου, με ένα εξαιρετικά περίεργο back story ('Humoresque') που θέλει τον Al Capone να έχει γράψει μουσική σε ένα χαρτί και να αποδεικνύεται ότι η μελωδία είναι παλιό κλασικό κομμάτι των ΗΠΑ, αλλά οι στίχοι ανήκουν στον Capone. Ποιητικές ρομαντικές παύσεις με κριτικό τόνο ('Ezmeralda Steals The Show') και τον Jack να απαγγέλλει κωμικά "Their faces to their gadgets fall south". Ερωτήσεις τύπου "Who's with me" ('Corporation') όπου μας γίνεται εμμέσως γνωστό ένα σχέδιο το όποιο ψάχνει έτοιμους ακροατές(?). Τελευταίο και όχι πολύ καινούριο, το χιτ του δίσκου "Over and over and over". Το τραγούδι υπάρχει από το 2005 και δοκιμάστηκε η έκδοσή του σε άλμπουμ και με τους Stripes και με Raconteurs και με Dead Weather. Τελικά αυτό συνέβη 13 χρόνια μετά. Είναι από τα 2-3 τραγούδια που θυμίζουν εποχή Stripes. Σκληρά και σύντομα riffs' που συνομιλούν με τα drums και τις μικρές φράσεις σε ύφος πρόζας. Ο White χωρίς να έχει χάσει το χιούμορ του, σε ρόλο Σίσυφου κρατάει τον κόσμο στις πλάτες του αλλά η γνώση ότι κάποτε θα πεθάνει τον αγχώνει με αποτέλεσμα να κατρακυλά στο βουνό. Σε έναν ρυθμό που επαναλαμβάνεται προσθέτονται soul φωνές, κρουστά και σαν σύνολο είναι η απόδειξη ότι ο White μπορεί και πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα αυτό για το οποίο τον αγαπήσαμε.


Νομίζω, το βασικό χαρακτηριστικό του δίσκου είναι ότι τα στοιχεία με τα οποία συνέθετε τις μελωδίες του απέκτησαν περισσότερη ένταση, και ο bluesy ήχος έγινε, από πρωταγωνιστής, παρατηρητής μιας νέας κατάστασης. Το στοιχείο της hip hop υπήρχε ανέκαθεν στις δουλειές του White ('Black Bat Licorice'). Και το χιούμορ. Και η κριτική ('Hardest Button To Button', εξαιρετική κριτική στον θεσμό "Οικογένεια".) Βackstories που φωνάζουν "Nerd alert", επίσης (εδώ να πω ότι το 'Get In The Mind Shaft' αποκαλύφθηκε από χρήστες ενός Subreddit που έχει σαν τίτλο το όνομά του, ότι έχει παραπάνω από μία version και μέχρι τώρα έχουν βρεθεί οχτώ). Αυτά τα στοιχεία λοιπόν πλέον δεν καλύπτονται από έναν δυνατό πρωταγωνιστικό ήχο. Είναι σαν να ζούμε την ενηλικίωση του μουσικού και πλέον να μπορεί να είναι όλα αυτά χωρίς την κηδεμονία ενός ήχου που τον έβαλε στους τοπ μουσικούς της εποχής του και όρισε την πρώτη δεκαετία των 00's.


Τα τέσσερα χρόνια που περάσαν μέχρι να φτάσουμε στο Boarding House Reach, ο Jack White έφτιαξε την πληρέστερη μονάδα παραγωγής βινυλίων στις ΗΠΑ, με μηχανές που φτιάχτηκαν για αυτόν τον σκοπό. Έβγαλε σαν παραγωγός μέσω της Third Man Records, εκατοντάδες νέα album. Έγινε executive producer σε ντοκιμαντέρ - έρευνα που εξετάζει το πως η μουσική επηρέασε και διαμόρφωσε την κοινωνία των ΗΠΑ, από την εφεύρεση του φωνόγραφου ως τη hip hop ('American Epic'). Γιγάντωσε μια Third Man Records η οποία από ένα μέρος να κρατάμε τα βινύλια μας και να τζαμάρουμε, κατέληξε να είναι κοιτίδα πολιτισμού όπου μπορείς να πας να ηχογραφήσεις οτιδήποτε γουστάρεις και να το πάρεις φεύγοντας σε βινύλιο. Μπορείς να παρακολουθήσεις παρουσιάσεις βιβλίων, live μουσική, να ηχογραφήσεις το live σου απευθείας σε βινύλιο, να συμμετάσχεις σε ημέρες ποίησης. Δημιούργησε το Blue Series όπου όποιος μουσικός περνούσε από το Detroit ήταν ελεύθερος να ηχογραφήσει στη Third Man Records, να ασχοληθεί με την παραγωγή ο White και αυτό να καταλήξει σε μια συλλογή βινυλίων μαζί με ένα Βιβλίο παρουσίασης των καλλιτεχνών που συμμετείχαν στο εγχείρημα (Στο οποίο τελικά συμμετείχαν από το τελευταίο Garage Band του Detroit, μέχρι τον Kiwanuka). Όλα αυτά στο Detroit που έχει πλέον το Nickname "Νεκροταφείο του καπιταλισμού". Τέσσερα χρόνια νοιαζόταν για τη μουσική και το έκανε εμφανές με όποιον τρόπο μπορούσε. Στο Lazzareto (που παρεμπιπτόντως ήταν το χειρότερο άλμπουμ της καριέρας του), έκλεινε το ομώνυμο κομμάτι με τον στίχο "I'm so Detroit i make it rise from the ashes". Τέσσερα χρόνια μετά καταλαβαίνουμε τι εννοούσε.


Αυτά που γράφω δεν έχουν άμεση σχέση με το Boarding House Reach, και κάλλιστα μπορούν να φανούν αδιάφορα, αλλά δείχνουν το mindset και τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Jack White έζησε και κατά συνέπεια κατέληξε σε μια τέτοια έκφραση. Οι δύο τελευταίες του solo κυκλοφορίες ήταν τα απόνερα των White Stripes και τον έφτασαν μέχρι εδώ, αλλά το να συνέχιζε στον ίδιο ρυθμό δεν θα είχε τίποτα νέο να προσφέρει σε αυτό το τεράστιο οικοδόμημα που έχτισε (και ανέλυσα) που λέγεται Third Man Records. Ο White πάντα ήθελε να αγαπήσουμε τη μουσική. Το attitude του ερασιτεχνικού συγκροτήματος που παίζει για την καύλα του και ας το ακούσουνε πέντε άνθρωποι (έτσι ξεκίνησαν και οι Stripes, εξάλλου). Αν δεν πρόκειται για spin-off, αυτός ο δίσκος μπορεί να γίνει το θεμέλιο για έναν νέο κύκλο ενός ανθρώπου που κλείνει ήδη 19 χρόνια πορείας στην κορυφή.


Καταλήγοντας, και για να μη θεωρηθεί το άρθρο αγιογραφία, ο δίσκος έχει αρνητικά στοιχεία. Δεν έχει ροή. Δεν μοιάζει συμπαγές σώμα δουλείας με αρχή μέση και τέλος. Κομμάτια όπως το 'Humoresque', το 'Hypermisophoniac', το 'Ezmeralda Steals The Show', το 'Abulia and Akrasia', έχουν την πλάκα τους όταν απευθύνεσαι σε Nerds αλλά οι Nerds θέλουν και κομμάτια που πρέπει να βάλουν για να τραγουδήσουν μαζί σου. Εξ αρχής τον δίσκο τον χαρακτήρισα σοβαρότερη και πιο ενδιαφέρουσα δουλειά του White. Όχι καλύτερη. Γιατί δεν είμαι σε θέση να το κρίνω μέσα σε δύο μέρες. Άλμπουμ όπως το Kid A, το Mezzanine, το Dummy, μου ήταν εντελώς αδιάφορα κάποτε (με το Kid A έσπαγα πλάκα με όσους το έβρισκαν καλό). Και τα τρία πλέον τα θεωρώ από τα καλύτερα album στο είδος τους και ορόσημο της εμπορικής μουσικής. Το ίδιο συνέβη και με το πρώτο άλμπουμ των Stripes. Ίσως το Boarding House Reach είναι ένα τέτοιο άλμπουμ. Ίσως καταλήξει ανέκδοτο και δεν καταφέρει τίποτα. Αυτό θα το δείξει το μέλλον. Εγώ του δίνω θετικό πρόσημο γιατί με εξέπληξε, γιατί είδα πτυχές του White που είτε δεν φανταζόμουν, είτε είχα υποπτευθεί ότι υπάρχουν και δικαιώθηκα, και τέλος, γιατί είμαστε εδώ για τη μουσική, και σε αυτό το album ο Jack White με έκανε να πιστέψω ότι είναι ένας πιστός υπηρέτης της και ότι έφτιαξε έναν δίσκο σαν παιδί που παίζει με την κιθάρα του και πειραματίζεται με τις εντάσεις και τον μείκτη. Όποιος ακούει White λόγω του ήχου που έφτιαξε μέσω των White Stripes, δεν θα βρει πολλά να αγαπήσει στο album. Όποιος παρακολουθεί τον White σαν μουσικό γενικότερα ενδιαφερόμενος και για άλλα προτζεκτ του, όπως το label, oι παραγωγές του κτλ, ο δίσκος θα τον προβληματίσει και νομίζω θα περάσει ωραία ακούγοντάς τον.


O Γιώργος Σερέπας είναι, ενδεχομένως, ο μεγαλύτερος fan του Jack White στην Ελλάδα (και ένα από τα καλύτερα παιδιά που κυκλοφορούν εκεί έξω). Τον ευχαριστούμε θερμά για το χρόνο και την ενέργεια που έδωσε στο παραπάνω κείμενο και χαιρόμαστε που προσέγγισε το άλμπουμ αυτό με έναν προσωπικό και αληθινό τρόπο και που μας έδωσε την ευκαιρία να το δημοσιεύσουμε.


Βαθμολογία: 9/10