#review: Editors - Violence


Τα χρόνια πέρασαν. Οι Editors δεν είναι η ανερχόμενη μπάντα που περνάει δοκιμαστικό σε κάθε νέα της δουλειά. Πλέον, η κομπανία του Tom Smith από το Μπέρμιγχαμ κουβαλάει πέντε άλμπουμ στην καμπούρα της και, από πίσω, ακολουθεί ένα ανοιχτόμυαλο, και με καμία εν γένει επικριτική διάθεση, κοινό που αδημονεί να δει πού θα καταλήξει όλο αυτό το μουσικό ταξίδι που ξεκίνησε με το The Back Room το 2005. Το Violence, λοιπόν, μπορεί να μην διεκδικήσει δάφνες για το καλύτερο άλμπουμ των Editors, όμως, σίγουρα, αποτελεί χρονικό ορόσημο για την μουσική τους ενηλικίωση και την απογαλάκτωσή τους από το προσωνύμιο “Boy Division” που, άδικα κατ’εμέ, τους συνοδεύει από το ντεμπούτο τους.


Γράφει ο Γιώργος Φακαλής


Εκ πρώτης όψεως, τα πάντα γύρω από το έκτο άλμπουμ του συγκροτήματος δείχνουν ότι οι αεικίνητοι αγγελιοφόροι της κατάθλιψης και της απογοήτευσης είναι έτοιμοι να βουτήξουν σε νέα, αχαρτογράφητα, σκοτεινά νερά για τους ίδιους. Εξάλλου, με τον Smith να το χαρακτηρίζει ως “στυγνό”, το Violence δεν μπορεί να αφήσει κανένα περιθώριο στην αισιοδοξία. Ωστόσο, επειδή το βιβλίο δεν κρίνεται από το εξώφυλλο, ένα πιο προσεκτικό άκουσμα έχει να μας πει πολλά περισσότερα. Όχι ότι το Violence δεν έχει τα χαρακτηριστικά που θα περιμέναμε από τους Editors, αλλά απέχει από τον ζοφερό μηδενισμό που μας έχουν συνηθίσει όλα αυτά τα χρόνια της δισκογραφικής τους καριέρας. Ειδικά μετά και το πετυχημένο In Dream, η μπάντα δείχνει να έχει αφήσει πίσω την κρίση ταυτότητας που πέρασε με το The Weight Of Your Love. Αν μη τι άλλο, για πρώτη φορά, βλέπουμε ότι η συναισθηματική ένταση, που τόσο μαεστρικά μπορούν να μεταδώσουν, αφήνει μερικές χαραμάδες στο φως να διαλύσει το σκοτάδι.


Κάνοντας ένα πέρασμα από τις παραγωγές του παρελθόντος, οι Editors μας καλωσορίζουν στο Violence με το 'Cold', μια soft ηλεκτρονικίλα που δίνει την ευκαιρία στον Smith να αναδείξει το μεγάλο εύρος της φωνής του. Χαριτωμένα synth, εργοστασιακό chorus στο background, γενικά, ένα filler κομματάκι χωρίς κρεσέντα και εξάρσεις. Μετά από μια μουδιασμένη αρχή, έρχεται το 'Hallelujah (So Low)' και, με τον πλέον εμφατικό τρόπο, η μεταμόρφωση του άλμπουμ ξεκινάει. Το δεύτερο, κατά σειρά, σινγκλ, που γράφτηκε μετά και την επίσκεψη τους στις προσφυγικές κατασκηνώσεις της χώρας μας, έχει μια εσάνς από Muse με ένα απόκοσμο riff στην ακουστική κιθάρα να δίνει τη θέση του σε ένα εκκωφαντικό ηλεκτρονικό πανδαιμόνιο που σε ξελογιάζει. Η έντασή του είναι ένα πρωτόγνωρο κατόρθωμα για τους ίδιους, με τον Smith να φτύνει με οργή “I bleed like a millionaire / cause my bones lay with dust in your care.” Ένα θρασύ, στιβαρό και σαγηνευτικό τραγούδι, μια δήλωση για την ύπαρξη των Editors στο σύγχρονο μουσικό στερέωμα.


Στη συνέχεια, οι ρυθμοί χαλαρώνουν με το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου. Το 'Violence' μοιάζει περισσότερο με ένα συμπαθητικό ραδιοφωνικό κομμάτι, παρά με την αιχμή του δόρατος ενός “βίαιου” άλμπουμ, με το τέμπο να θυμίζει κάτι από το The Back Room. Ακολουθούν το 'Darkness At The Door', οξύμωρα εύθυμο με λαμπερά φωνητικά και πιασάρικο drumming, και το 'Nothingness', μια ωδή στη μελαγχολία που επιβάλλεται να αφήσουμε πίσω και να γυρίσουμε τη σελίδα μία και καλή. Εδώ, οι Βρετανοί καταφέρνουν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη λεπτή γραμμή των διαφορετικών συναισθημάτων χωρίς να ξεφουσκώσουν και να γίνουν ανιαροί. Μπορεί να μην είναι τα χιτάκια που θα περιμέναμε, ωστόσο, η ενορχήστρωση στις ρυθμικές εναλλαγές είναι εξαιρετική.


Δεν υπάρχει πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα από τη νέα, βίαιη, κατεύθυνση που φαίνεται να παίρνει ο ήχος των Editors από το 'Magazine'. “Now talk the loudest with a clenched fist/ top of a hit list, gag a witness” στα μούτρα όσων έχουν εξουσία στα χέρια τους. Χορευτικό, διαφοροποιημένο, αυθεντικό, η ιδανική ευκαιρία για να αγαπήσει κάποιος αυτή τη μουσική. Η ώρα ήρθε, όμως, για να πέσουν τα φώτα. Ένα κομμάτι που μπορεί να ξέρουμε τόσο λίγα για αυτό, αλλά βρίσκεται βαθιά μέσα στις καρδιές των απανταχού “εντιτοράκηδων”. Ένα κομμάτι που μπορούσες να βρεις μόνο στη ζωντανή του εκτέλεση στο φεστιβάλ του Werchter το 2010. Ένα ποίημα για την κάθε μορφής αδικία, κοινωνική, προσωπική, ερωτική. Μια γροθιά χαρμολύπης στο στομάχι των αναίσθητων. Επιτέλους, η εποχή έφτασε να έχουμε το 'No Sound But The Wind' σε ψηφιακή μορφή.


Το φινάλε του Violence είναι δραματικό, όχι ως προς την ποιότητα αλλά θεματολογικά. Πρώτα, οι καθησυχαστικές μουσικές του 'Counting Spooks' συνθέτουν μια ροκ όπερα για τη βραδινή μοναξιά, αντίστοιχη του 'Marching Orders' (In Dream), ενώ οι κουρτίνες πέφτουν με το 'Belong', μια εμφατική μπαλάντα στα χνάρια του 'No Harm' (In Dream). Σταδιακή κορύφωση με αρμονικά έγχορδα και επικό outro με προσεγμένα ηλεκτρονικά ξεσπάσματα διαμορφώνουν το ιδανικό soundtrack για το κλείσιμο του άλμπουμ.


Άποψη μου, λοιπόν, είναι ότι το Violence υποτιμήθηκε. Ίσως να φταίει ότι δεν ακούστηκε όσο έπρεπε - και του αξίζει -, ίσως οι μέτριες κριτικές που δέχτηκε να είναι σημείο των καιρών που θέλει κάθε νέα παραγωγή αυτής της γενιάς καλλιτεχνών να αντιμετωπίζεται με καχυποψία και, άδικα, να συγκρίνεται με τη μουσική προ δεκαετίας. Όπως και να έχει, το Violence μπορεί να μην είναι το άλμπουμ της χρονιάς, όμως, σίγουρα, ανταποκρίνεται στον υψηλό πήχη που έχουν θέσει οι ίδιοι οι Editors για τους εαυτούς τους.


Βαθμολογία: 7/10