• Νίκος Παπανικολάου

O David Bowie ήταν το αίνιγμα που δε λύθηκε ποτέ


Υπάρχει μία θεωρία που λέει πως ο κόσμος άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα, από τη μέρα που ανακοινώθηκε ο θάνατος του David Bowie. Ακόμη κι αν αυτό δεν ισχύει, η άποψη και η ματιά του σε όσα βιώνει ο κόσμος σήμερα αναμφίβολα λείπει. Ο David Bowie δεν είναι απλά ένας μουσικός. Ο David Bowie είναι μία ιδέα, ένας μύθος που κάποιοι από εμάς ακόμη δεν είμαστε σίγουροι αν υπήρξε ή αν ήταν αποκύημα της φαντασίας μας, μίας φαντασίας γεμάτης από όμορφους, ελεύθερους και δημιουργικούς ανθρώπους, σε έναν πολύχρωμο, περήφανο κόσμο. Ενός κόσμου γεμάτου ανθρώπους που δεν ντρέπονται γι' αυτό που είναι. Και το φωνάζουν περήφανα. Ενός κόσμου που θα ήταν αυτό που ονειρευόταν ο David Bowie, τον οποίο σε αυτό το κείμενο θα δούμε μέσω των υπέροχων δημιουργιών της Εύας Ρίζου.


Γράφει ο Νίκος Παπανικολάου


Μέχρι και το τέλος, ο David Bowie, ήταν ακόμα ικανός να εκπλήξει τους πάντες. Το τελευταίο του άλμπουμ, Blackstar, κυκλοφόρησε ανήμερα των 69ων γενεθλίων του στις 8 Ιανουαρίου του 2016, αποδεικνύοντας πως μόνο το χάρισμα του να κάνει δραματικές δηλώσεις καθώς και προκλητική, ενοχλητική μουσική δεν τον είχε εγκαταλείψει ακόμη. Κατά τη διάρκεια της δεκαετία του '70, ο Bowie είχε γίνει ένας πρωτοπόρος της ποπ κουλτούρας και των νέων μουσικών τάσεων. Από τα καμπαρέ εξελίχθηκε σε πρωτοπόρος του glam-rock, θα μπει σε αυτό που ονόμασε "πλαστική ψυχή", ενώ θα μετακομίσει στο Βερολίνο για να δημιουργήσει ηλεκτρονική μουσική.

Αν και τις επόμενες δεκαετίες η επιρροή έγινε μικρότερη, ο Bowie παρέμεινε δημιουργικά ανήσυχος ενώ συνέχισε να καινοτομεί. Η μοναδική του ικανότητα να συνδυάζει αλλαγές ήχου και εικόνας, συνοδεία μίας βαθιάς πνευματικής περιέργειας, ήταν κάτι που δε μπορούσαν να κάνουν πολλοί στην ιστορία της ποπ μουσικής. Το Blackstar άλλωστε ήταν η απόδειξη πως αυτή η ικανότητα και αυτή η περιέργεια, δεν είχαν φύγει ούτε στο ελάχιστο από μέσα του, ακόμη και στο τέλος της ζωής του.

Γεννημένος στις 8 Ιανουαρίου του 1947 στο Brixton του Λονδίνου, ως David Robert Jones. Η μητέρα του, Peggy, δούλευε ως σερβιτόρα σε σινεμά για να τα βγάλει πέρα. O πατέρας του, John, δούλευε σε φιλανθρωπικό ίδρυμα. Μέχρι το 1953, η οικογένεια Jones ζούσε στο Lambeth, μία περιοχή του Νοτίου Λονδίνου, ανάμεσα στο Brixton και το Stockwell. Μόλις από τα έξι του χρόνια, ο μικρός David είχε δημιουργήσει τη φήμη - και όχι άδικα - ενός ταλαντούχου παιδιού. Ήδη η φωνή του είχε ξεχωρίσει στην παιδική χορωδία στην οποία συμμετείχε. Στα εννιά του χρόνια, οι χορευτικές του ικανότητες στη μοντέρνα μουσική της εποχής, ήταν μοναδικές. Οι καθηγητές του τον χαρακτήριζαν "καλλιτεχνικό" μυαλό και την ισορροπία του "εξαιρετική" για ένα παιδί της ηλικίας του.

Όταν ένα βράδυ ο πατέρας του έφερε σπίτι μερικούς δίσκους, το ενδιαφέρον του David για τη μουσική έγινε πιο έντονο. Μυήθηκε στους ήχους του Fats Domino, του Elvis Presley, και του Little Richard από τον οποίο λάτρεψε το 'Tutti Frutti'. Αργότερα, ο Bowie θα έλεγε πως όταν άκουσε το συγκεκριμένο κομμάτι, ήταν σα να "άκουγα το Θεό". Με τον Elvis, τα πράγματα θα ήταν λίγο διαφορετικά. Αν και ο Bowie δεν εντυπωσιάστηκε αρκετά, όταν είδε την ξαδέρφη του, Kristina, να χορεύει στο 'Hound Dog'. Εκείνη, μαζί με τον David, θα χόρευαν σα δαιμονισμένοι όταν άκουγαν το κομμάτι. Μέχρι το τέλος εκείνη της χρονιάς, ο Bowie θα είχε αρχίσει να παίζει γιουκαλίλι και μπάσο, ενώ άρχισε να συμμετέχει σε skiffle sessions με φίλους του, ενώ θα αρχίσει να παίζιε και πιάνο. Στο μεταξύ, οι ερμηνείες του σε κομμάτια του Elvis Presley και του Chuck Berry, θα χαρακτηριστούν ως κάτι που κάνει "κάποιος που είναι από άλλο πλανήτη". Βέβαια τα πράγματα θα ήταν - μάλλον - πολύ διαφορετικά αν δεν υπήρχε ο πατέρας του David. O John ενθάρρυνε το γιό του να ακολουθήσει το όνειρο που δεν κατάφερε ο ίδιος, δηλαδή να ασχοληθεί με τη βιομηχανία του θεάματος. Στα τέλη της δεκαετίας του '50, θα έπαιρνε τον David να γνωρίσει τραγουδιστές και καλλιτέχνες. Και εκεί θα έβλεπε τον μαγικό κόσμο που έμελλε να κατακτήσει μερικά χρόνια αργότερα.

Αν και θα φτιάξει μερικές μπάντες, ήταν ξεκάθαρο ότι τα ταλέντα και η φιλοδοξία του, τον οδηγούσαν σε μία σόλο καριέρα. Ο David υιοθέτησε το όνομα Bowie για να αποφύγει τη σύγχυση με τον Davy Jones των Monkees και δημιούργησε μία νέα μπάντα να τον συνοδεύει, μέσω μίας διαφήμισης στο περιοδικό Melody Maker, διευκρινίζοντας ότι ήθελε οι μουσικοί "να συνοδεύσουν έναν τραγουδιστή", προς αποφυγή οποιασδήποτε παρεξηγήσεως για το που θα πέφτουν όλα τα φώτα. Το νέο συγκρότημα ονομάστηκε Buzz.

O Bowie θα προσλάβει νέο μάνατζερ, ο οποίος θα το εξασφαλίσει συμφωνία για την κυκλοφορία άλμπουμ με την Decca, συμφωνία η οποία δημιούργησε ένα LP, με τίτλο David Bowie, το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1967. Αν και το κομμάτι 'The Laughing Gnome' ήταν μία αποτυχία, όταν επανακυκλοφόρησε το 1973 μπήκε με ευκολία στο Top 10 των hits εκείνης της εποχής. "Δεν ήξερα να ήμουν ο Max Miller ή ο Elvis Presley," θα πει για την κυκλοφορία εκείνου του single, αργότερα, ο David Bowie. Ωστόσο μέσα από το στυλ του και τους στίχους του, ο Bowie προσέγγισε θέματα όπως η παιδική ηλικία, η ασαφής σεξουαλική φύση, και η ανάγκη της ελευθερίας από τα στερεότυπα που διαμορφώνουν τις κοινωνίες και τις ζωές. Όταν ο Bowie γνώρισε τη χορεύτρια Lindsey Kemp, βυθίστηκε στη μποέμ σκηνή της τέχνης, του θεάτρου και του χορού στο Λονδίνο. Η χρυσή περίοδος μόλις ξεκινούσε.

Το 'Space Oddity', το πρώτο single από το δεύτερο άλμπουμ του, κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1969 για να συμπέσει με την αποστολή του Apollo 11. Το κομμάτι έγινε το πρώτο μεγάλο hit του Bowie, το οποίο μπήκε με ευκολία στο Top Five της εποχής. Στη συνέχεια όμως θα αλλάξει τον ήχο του σε πιο σκοτεινό και παρανοϊκό, μέσα από τα The Man Who Sold The World και Hunky Dory. Η εικόνα του άλλαζε διαρκώς την ίδια περίοδο, αλλάζοντας το στυλ του και τα χτενίσματα, προκειμένου να φέρνει σε μία ανδρογύνη φιγούρα. Ο Bowie αργότερα θα αποκάλυπτε ότι είναι αμφιφυλόφιλος, ανοίγοντας το δρόμος σε μία ολόκληρη γενιά να ακολουθήσει τη φύση της, και να είναι περήφανη γι' αυτό που είναι, σε μία εποχή βαθιάς καταπίεσης και συντηρητισμού.

Αυτές οι διαφορετικές εικόνες, ιδέες και περσόνες συνύπαρξαν με την εξωγήινη μορφή του Ziggy Stardust, του ήρωα του The Rise And Fall Of Ziggy Stardust And The Spiders From Mars, του άλμπουμ που έκανε κάθε έφηβο στη Βρετανία να θέλει να είναι ποπ σταρ. Ο Ziggy έγινε ένα φαινόμενο της εποχής του glam αλλά, αντικατοπτρίζοντας τον θάνατο του Ziggy στο άλμπουμ, ο Bowie σκότωσε τον χαρακτήρα στο αποκορύφωμα της επιτυχίας του - μία ακόμη απόδειξη πως ο Bowie δεν άντεχε τα καλούπια, όσο επιτυχημένα κι αν ήταν αυτά. Μετά από δύο ακόμα άλμπουμ, των Aladdin Sane και Diamond Dogs, ο Bowie θα περάσει από την "πλαστική ψυχή" στο Young Americans του 1975. Ένα χρόνο αργότερα θα κυκλοφορήσει το πειραματικό Station To Station και θα περιοδεύσει με την περσόνα του Thin White Duke, ενός χαρακτήρα εμπνευσμένου από το ενδιαφέρον του Bowie για τον Nietzsche, τον Aleister Crowley και τον αποκρυφισμό. Η πειραματική καμπύλη του και οι προσπάθειές του να αποτοξινωθεί από την κοκαΐνη, τον οδήγησαν στο Βερολίνο όπου, μαζί με τους Iggy Pop, Tony Visconti και Brian Eno, ηχογράφησε την πιο πρωτοποριακή του δουλειά, τη θρυλική τριλογία Low, Heroes, και Lodger.

Οι κριτικοί και οι θαυμαστές έμεναν διαρκώς έκπληκτοι από τις δημιουργικές και προσωπικές αλλαγές του Bowie και τις καινοτόμες σκηνές του - από τη δυστοπία του Diamond Dogs έως τη Γερμανική εξπρεσιονιστική αίσθηση του Thin White Duke και το ερμηνευτικό χορευτικό θέαμα της περιοδείας Glass Spider. Ο Bowie, ωστόσο, ισχυριζόμενος πως πάσχει από διαταραχή έλλειψης προσοχής, δε θα μπορούσε να μείνει ο ιδιος για περισσότερο από ένα άλμπουμ ή δύο. Καθώς η επιτυχία του κορυφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80, ο Bowie έφτασε στην κορυφή επανεξετάζοντας την ιστορία του Major Tom στο Ashes To Ashes, ενώ πούλησε επτά εκατομμύρια αντίγραφα της funk pop συνεργασίας του με τον Nile Rodgers στο Let's Dance του 1983. Ο ίδιος θα αποκαλύψει εν συνεχεία πως εκείνη η περίοδος ήταν "καλλιτεχνικά, το σημείο στο οποίο είχα πέσει πολύ χαμηλά". Στη συνέχεια θα ερμηνεύσει κομμάτια σε fashion events, ενώ θα πρωταγωνιστήσει στο The Man Who Fell To Earth, του Nicholas Roeg, ως εξωγήινος επισκέπτης. Αυτή δε θα είναι η μόνη του κινηματογραφική εμφάνιση, καθώς τα εμφανιστεί στα Labyrinth, Absolute Beginners, The Last Temptation Of Christ, Zoolander 2, και The Prestige.

Τις επόμενες δεκαετίες, ο Bowie θα επέστρεφε στo ανήσυχο καλλιτεχνικό του πνεύμα. Θα επέλεγε το metallic rock, με το υποτιμημένο Tin Machine, όπου οι ήχοι θα ήταν πιο industrial, πιο drum'n'bass, πιο jungle και jazztronica, ενώ θα κάνει και κάποιες σόλο κυκλοφορίες όπως τα Earthling, Outside και Heathen. Το όραμά του ήταν βαθύ και εκτεινόταν στο άπειρο. Ο Bowie ήταν από τους πρώτους που είδε το μέλλον στο Διαδίκτυο, και από τους πρώτους που το χρησιμοποίησε για να προβάλλει την τέχνη του. Όταν εξαφανίστηκε μετά το The Reality Tour του 2003, πολλοί πίστεψαν πως είχε πει το τελευταίο του κομμάτι. Γι' αυτό και όλοι σοκαρίστηκαν το 'Where Are We Now?', για τα 66α γενέθλια του το 2013, αλλά και ένα νέο άλμπουμ, το The Next Day, ενός άλμπουμ στο οποίο ο Bowie κοιτούσε στο παρελθόν του. Το Blackstar, το οποίο έμελλε να είναι και το κύκνειο άσμα του, κυκλοφόρησε δύο μέρες πριν το θάνατο του, και τον είδε να εξερευνά έναν νέο ήχο, δείγμα του ασυμβίβαστου μυαλού που είχε μέχρι και το τέλος του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του χαρακτηρίστηκαν από μία διαρκή δημιουργικότητα, μερικές τις πιο σημαντικές και παθιασμένες ερμηνείες της καριέρας του, και με μία μεγάλη μυστικότητα. Με τον τρόπο αυτό, ένας από τους σπουδαιότερους μουσικούς στην ιστορία, αποχαιρέτησε τους πάντες ακριβώς έτσι όπως τους συστήθηκε. Ως ένα μεγάλο, υπέροχο, λαμπερό και αιώνιο ερωτηματικό.


Όταν η alternative δεν είναι η εναλλακτική σου​

  • Facebook
  • Instagram
  • Spotify
  • YouTube
  • Twitter

©2021 by Breakroom