O απλός κύριος Richard Ashcroft


Υπάρχουν κάποια σημεία στο χρόνο που σε καθορίζουν ολοκληρωτικά. Μπορεί κάπως έτσι, να οδηγηθείς στον αλκοολισμό, την υπέροχα μετριότατη κατάσταση του μικροαστισμού, ή το ροκσταριλίκι. Η απώλεια, είναι ένα τέτοιο “fixed point in time” –το οποίο καλώς, κακώς ή κάκιστα απαιτεί να βιωθεί πανταχόθεν. Το που θα καταλήξει το σοκ της απώλειας τώρα, κάποιος θα λεγε ότι εξαρτάται από την οπτική και την ενεργητικότητα της στάσης αυτού που πάσχει. Άρα αν καταδικάζουμε την μιζέρια και την παθητική στάση από όπου κι αν προέρχεται, είμαστε αναγκασμένοι να αναγνωρίσουμε και το πόσο γαμάτος είναι ο Richard Ashcroft.


Γράφει η Βικτώρια Χαραλάμπους


Στην ηλικία των έντεκα, χάνει τον πατέρα του εντελώς αιφνίδια και αποφασίζει ό,τι και κάθε εντεκάχρονος στη θέση του. Η συνειδητοποίηση του «παραείμαι παιδί για να νιώθω τόσο μίζερος», γεννάει το «θα γίνω σωτήρ του rock ‘n roll και θα στήσω και την μεγαλύτερη μπάντα της Αγγλίας». Και το κάνει.


Το 1990, ξεκινάει με φίλους από το πανεπιστήμιο, τους Verve (μετέπειτα The Verve). Το ’91, υπογράφουν με τη Hut Records, και μέσα σ’ ένα χρόνο κυκλοφορούν τα πρώτα τους singles με τα φωνητικά του Ashcroft να προκαλούν εντυπώσεις και να τους συγκαταλέγουν 75ους στα charts του Ηνωμένου Βασιλείου. Μετά από αυτό το ντεμπούτο, το 1993 κυκλοφορεί το πρώτο άλμπουμ της μπάντας, A Storm In Heaven. Θετικότατες ανταποκρίσεις από κοινά και κριτικούς, και πρώτες μεγάλες εμφανίσεις σε φεστιβάλ ακόμη και των ΗΠΑ. Το ’95 διαδέχεται την επιτυχία με το καινούργιο, A Northern Soul, και λίγο αργότερα τη διάλυση του συγκροτήματος.


Οι χωρισμοί – και αυτοί ως απώλειες στη συλλογή του Ashcroft - θα είναι και άλλοι στη συνέχεια. Πάντως, ο πρώτος διαρκεί λίγες εβδομάδες και λίγο μετά την επανένωση η κυκλοφορία του Urban Hymns επιβεβαιώνει την πρόβλεψη του frontman για την καταξίωση της μπάντας του μέσα από τον τρίτο δίσκο της. Παρά τις νομικές υποθέσεις που θα ανακύψουν από το πιο γνωστό 'Bittersweet Symphony' και την κυριότητα των δικαιωμάτων του τραγουδιού γνωρίζουν τεράστια εμπορική απήχηση, υποψηφιότητες και βραβεία. Το ’99 οι δρόμοι των μελών χωρίζουν ξανά και αυτή τη φορά για πολλά χρόνια.


Ο Ashcroft κατάφερε όντως, για μια δεδομένη χρονική στιγμή, να κάνει τους Verve «την καλύτερη μπάντα του κόσμου», και ακόμη και μετά τη διάλυσή τους παραμένει δραστήριος, χαράζοντας μια επίσης αξιόλογη σόλο καριέρα. Το Alone With Everybody φτάνει στην πρώτη θέση στα charts της Αγγλίας. Η δεύτερη απόπειρα, Human Conditions, όμως, δεν ακολουθεί αντίστοιχη πορεία. Άλλη μια απώλεια, και ο λόγος που πλεόν ο Ashcroft αποστασιοποιείται συνειδητά από τη μουσική σκηνή τo 2002.


Τα δύο αυτά χρόνια απουσίας ακολουθούν εμφανίσεις και συνεργασίες με την εμπλοκή του Ashcroft σε διάφορα projects. To 2004, υπογράφει συμβόλαιο με την Parlophone και κυκλοφορεί το Keys Τo Τhe World. Περιοδεύει με τους Coldplay, και περιορίζοντας τις συναυλίες του στη μητέρα πατρίδα καταφέρνει για άλλη μια φορά να κερδισεί χώρο και αναγνώριση.


Παρά τον κατηγορηματικό τρόπο που ανακοινώθηκε ο χωρισμός των Verve, αλλά και τις πάντοτε άλυτες διαφωνίες και δύσκολη επικοινωνία μεταξύ των μελών, το 2007 επανασυνδέονται ξανά “for the joy of music”. Έπονται δυο sold out περιοδίες και το τέταρτο άλμπουμ τους, Forth. Κάτι νέο από τους The Verve, δεν υπήρξε και απο το 2009 τα μέλη ακολούθησαν και πάλι ξεχωριστές πορείες.


To 2010, η νέα μπάντα του Ashcroft, RPA & The United Nations Οf Sound, κυκλοφορεί το United Nations Of Sound, το οποίο λαμβάνει μέτριες κριτικές. Έξι χρόνια μετά, ο τραγουδιστής των The Verve κυκλοφορεί την πιο πρόσφατη δουλειά του, These People.


Aπό τις πιο ιδιόμορφες περσόνες, ιδρυτικό μέλος μιας από τις μεγαλύτερες μπάντες της σκηνής, και headliner της πρώτης μέρας του φετινού Release Athens Festival. Η τελετή έναρξης των θερινών φεστιβαλικών δρώμενων ενδέχεται να προκαλέσει συγκινήσεις μεγαλύτερες και από αυτή των Ολυμπιακών του ’04.