• Δημήτρης Φαληρέας

#LiveReport: Release Athens Festival Day 1


© Αθηνά Παπαγιάννη

Μπορεί η πρώτη ημέρα του Release Athens να φαινόταν σχεδόν «καταραμένη» με όσα την ακολούθησαν (ακύρωση London Grammar, αλλαγές στα εισιτήρια, απεργίες στα ΜΜΜ κλπ) αλλά τελικά όχι μόνο έγινε, μα δεν άφησε και παραπονεμένους όσους παρά τις εξωγενείς δυσκολίες κατέβηκαν στο Φάληρο το απόγευμα της Πέμπτης…


Γράφει ο Δημήτρης Φαληρέας


Φωτογραφίες: Αθηνά Παπαγιάννη


Το απόγευμα ομολογουμένως ξεκίνησε με μία ακόμη αναποδιά, έπρεπε να περπατήσω από το σπίτι μου μέχρι την Πλατεία Νερού όταν και ένα πρόβλημα στο σύστημα της Viva και το σκανάρισμα των εισιτηρίων σήμαινε κλειστές πόρτες ενόσω έπαιζαν οι - κατά τα άλλα πολλά υποσχόμενοι - Lip Forensics. Οπότε θα περιμένουμε την επόμενη φορά για να τους ακούσουμε. Δε θα μπορούσε όμως, λίγο αφαιρετικά και λίγο καταχρηστικά, να είναι η πιο avant-garde εμφάνιση σε ελληνικό φεστιβάλ; Προχωράμε.


Μόλις πλέον έχουμε μπει και οι τελευταίοι συναυλιοσαλίγκαροι (σ.τ.α: συμπαθείς υπάρξεις που σέρνονται στα φεστιβάλ από το καταμεσήμερο παρότι απίστευτα φυγόπονοι όλο τον υπόλοιπο χρόνο) και συνειδητοποιούμε/ενημερωνόμαστε περί του τι συνέβη, αρχίζουμε να τακτοποιούμαστε και να ψάχνουμε σκιές και τα σημεία που φυσάει τόσο ώστε να δροσιζόμαστε, αλλά να μπορούμε να ανάψουμε κι ένα τσιγάρο. Ευτυχώς οι καιρικές συνθήκες ήταν ευνοϊκές και γλιτώσαμε την κύρια πηγή γκρίνιας, τη ζέστη. Όχι πολύ αργότερα, ανέβηκαν στη σκηνή οι Sworr και δύσκολα θα βρισκόταν πιο ταιριαστός ήχος εκείνη την ώρα σε εκείνο το μέρος. Down tempo μουσική της εποχής βασιζόμενη σχεδόν απόλυτα στο ηλεκτρονικό στοιχείο, ποιότητα ήχου ανάλογη των ηχογραφήσεων και ένα μεγάλο «ρε σίγουρα είναι Έλληνες;» να ακούγεται από εδώ κι από εκεί. Η γενικά χαλαρή εικόνα της στιγμή συμπληρώνεται με άλλους όρθιους να ψιλοχορεύουν μπροστά κι άλλους να ξαπλώνουν στις τσάντες τους και να κουνούν τα πόδια τους ρυθμικά, όσο το set κλιμακώνεται για να καταλήξει στο “Colder” και να αφήσει μια θετική εικόνα σε όσους ήρθαν από νωρίς.


Ο ήλιος είναι ακόμη ψηλά, όταν έρχεται η σειρά της Kid Moxie, λίγο πριν τις οχτώ. Για να είμαι ειλικρινής, με μπέρδεψε αρκετά. Υπήρχαν σημεία πανέμορφα, όπου κατάφερνε να μαγέψει τον κόσμο και να κοινοποιήσει συναισθήματα τόσο γλυκά που αποτυπώνονταν στο μυαλό σου σαν φωτογραφίες, αλλά και σημεία που αναρωτιόσουν αν έπαιζε ο ίδιος άνθρωπος. Μουσική των “aesthetics”, επικαιροποιημένη νοσταλγία της εικόνας αυτής της γενιάς για το ’80, τραγούδια που όπως είπε η ίδια «ακούγονται καλύτερα στο σκοτάδι», οι περιπέτειές της στον κινηματογράφο και τα soundtracks να είναι οι καλύτερες στιγμές της εμφάνισης, αλλά και μία εκτέλεση του “Big In Japan” που κάποιοι θεώρησαν ευρηματική και κάποιοι άλλοι, ενοχλητική. Προσωπικά δεν κατάφερα να βάλω ένα ξεκάθαρο πρόσημο, οπότε θα περιμένω για μια εμφάνιση αφού έχει πέσει το σκοτάδι…


Μέχρι τις εννιά που ξεκίνησε ο Rag ‘N’ Bone Man, είχε αρχίσει να μαζεύεται αρκετός κόσμος και τα κενά μπροστά στη σκηνή να γεμίζουν. Κάπου εδώ, ανεξάρτητα από την εμφάνισή του, νομίζω ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε τα θετικά βήματα που γίνονται χρόνο με το χρόνο, όσον αφορά το «εδώ» και το «τώρα» της μουσικής πραγματικότητας. Ότι τα ελληνικά venues και φεστιβάλ, αρχίζουν να ξεφεύγουν από παρομοιώσεις με οίκους ευγηρίας και λοιπές πικρόχολες γραφικότητες. Ο Rag ‘N’ Bone Man τώρα, οι Kaleo πέρυσι, η Lana δύο φορές τα προηγούμενα χρόνια και ένα σωρό άλλοι καλλιτέχνες που τώρα εδραιώνουν το όνομά τους στο παγκόσμιο στερέωμα, έρχονται. Κι έρχονται στα ντουζένια τους, με τους δίσκους που κάνουν αίσθηση και με τα τραγούδια που μονοπωλούν ακόμα τις ραδιοφωνικές λίστες. Τα βήματα γίνονται, τα ρίσκα και οι πρωτοβουλίες παίρνονται. Τώρα είναι στο χέρι μας το πώς θα το διαχειριστούμε. Ο Rag ’N’ Bone Man πιστεύω πως είναι το καλύτερο παράδειγμα και πως δικαίωσε τόσο τους διοργανωτές, όσο και τους παρευρισκόμενους, αποδεικνύοντας τη σημασία του να βλέπεις κάποιον στο ζενίθ του momentum του. Όσοι δεν είχαν ενθουσιαστεί από το δίσκο του, άλλαξαν γνώμη μόλις τον άκουσαν από κοντά και όσοι μπούχτισαν με το συνεχές σπαμάρισμα στα fm με το “Human”, το ξέχασαν μόλις άκουσαν τη ζωντανή ενορχήστρωση και τα πνευστά που έδωσαν έναν εντελώς διαφορετικό αέρα -κι εγώ δεν αποτελώ εξαίρεση. Η εικόνα ενός συμπαθούς και πολύπαθου γίγαντα, που όχι μέσα από ένα φράκο, αλλά μια μπλούζα του Σακίλ στους Magic, ανοίγει το στόμα του και βγάζει μια φωνή σχεδόν ανατριχιαστική, δεν μπορεί, παρά να σε κερδίσει. Το κοινό άργησε να ζεσταθεί, αλλά αργά ή γρήγορα, το κέρδισε. Οι ενορχηστρώσεις μακριά από τις επιταγές του στούντιο, έδιναν το πάνω χέρι στους μουσικούς και το αποτέλεσμα ήταν ένας ήχος που αναδείκνυε πολύ καλύτερα τόσο τους στίχους, όσο και την πληθώρα επιρροών που ισορροπούν μέσα στα κομμάτια του. Και το γκόσπελ έδινε κι έπαιρνε. Γεμάτο σέτλιστ, από βαριά συναισθηματικά τραγούδια, μέχρι upbeat μελωδίες με πνευστά αλά Ronson, δύο φορές το “Human”, μία σε αυτά τα βήματα και άλλη μία με flow -αμφότερες πολύ διαφορετικές και πολύ πιο άμεσες και όμορφες από το άλμπουμ και φυσικά και άλλα τραγούδια που ξεσήκωσαν, όπως το “Skin”. Αν πρέπει η εμφάνισή του να συμπτυχτεί σε μία φράση, θα ήταν «πολύ καλύτερος από αυτό που περίμενες».


Χαιρετάει χαμογελαστός, υπόσχεται ότι θα ξανάρθει, χειροκροτείται, βγάζει μια αναμνηστική σέλφι και η αναμονή έχει χτυπήσει κόκκινο. Τα χρόνια από τη χρυσή εποχή των Verve είναι μακριά, ακόμα δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι θα δούμε έναν από τους ήρωες των παιδικών κι εφηβικών μας χρόνων και ενώ ακόμα στοχαζόμαστε ότι έχουν περάσει 21 χρόνια από το Urban Hymns, δέκα από comeback του Forth και είσαι έτοιμος να βροντοφωνάξεις ωσάν την Τσανακλίδου, «ΜΑΜΑ ΓΕΡΝΑΩ»…ακούγεται η ακουστική κιθάρα του “Sonnet”. Γυρίζεις το βλέμμα στη σκηνή και βλέπεις τον Ashcroft σίγουρο, δυνατό και αγέραστο. Το βουλώνεις και γίνεσαι ξανά το πιτσιρίκι που έγραφε τους στίχους του στο θρανίο.


“…there’s love if you want it

don’t sound like a sonnet, my lord…”


Και ως fanboy ίσως να μεροληπτώ λίγο, αλλά η συνέχεια ήταν μαγική. Το σετλιστ ισομοιρασμένο ανάμεσα σε Verve και σόλο (6 + 6) και η εμφάνιση αντίστοιχη του μεγαλείου της britpop. Τα τραγούδια που ίσως να σου ακούγονται ξενέρωτα, μεταμορφώνονται σε αστικούς (pun intended) ύμνους, γεμάτα ενέργεια και συνοδευόμενα από σκηνική παρουσία που σε κάνει να ξαναπιστεύεις στο αγνό ροκσταριλίκι. Από το “Break the Night With Colours” στο "A Song for the Lovers" και από το “Velvet Morning” στο κλείσιμο με το “Lucky Man”. Ήδη είσαι ευχαριστημένος. Ήδη έχεις περάσει όμορφα και είσαι έτοιμος να πας για ύπνο με χαμόγελο, αναπολώντας το τι έζησες λίγες ώρες πριν, σα να είναι μια μακρινή μα δυνατή ανάμνηση. Αλλά encore. “The Drugs Don’t Work” για να εμπλουτιστεί το μωσαϊκό των υπερεπιτυχιών, “Hold On” με βιντεάκια σε λούπα στο background από διαδηλώσεις και πρόσφυγες και κάπου εκεί είναι που ο φίλος μας ο Richard (ναι, τώρα τον λέω και με το μικρό του), που τον έχουμε αγαπήσει ήδη λίγο παραπάνω, έρχεται να σιγουρευτεί ότι δε θα ξεχάσουμε ποτέ αυτό το βράδυ.


Proud to be an Englishman, proud to be Greek, proud to be Italian, proud to be French…” φωνάζει με γηπεδική φωνή που έχει αρχίζει να βραχνιάζει, ακούγεται η εισαγωγή του “Bittersweet Symphony” και ένα κομμάτι σου νομίζει ότι ετοιμάζεσαι να δεις τα τρία λιοντάρια να κατεβαίνουν στο Μουντιάλ του ’98 για να απογοητεύσουν ξανά. Αυτό που ακολουθεί όμως δεν το είχες φανταστεί έτσι. Μια extended εκτέλεση 8 λεπτών αγνής πώρωσης από το κοινό και τον Ashcroft λίγο πιο πωρωμένο από όλους εμάς τους φλώρους. Sing along, χορός, ένα κιθαριστικό σόλο που το απογείωσε ακόμα περισσότερο. Και όταν πια δεν έχει άλλο να τραγουδήσει, πάει μπροστά από τα ηχεία, προσκυνάει και ρίχνει μπουνιές στον αέρα, μεταφέροντάς λίγο από τον ευγενή κωλοπαιδισμό της Αγγλίας του ’90 πριν αποχωρήσει. Ευχαριστώ, ουρλιαχτά, ο κιθαρίστας σολάρει στα γόνατα, ο μπασίστας σπάει το μπάσο, τα φώτα ανάβουν κι εσύ ακόμα τραγουδάς…


“…No change, I can't change, I can't change, I can't change,

But I'm here in my mold, I am here in my mold.

And I'm a million different people from one day to the next

I can't change my mold, no, no, no, no, no, no, no…”