#editorial: Ιφιγένειες, Κασσάνδρες και Support Art Workers


Κι αν ο Πολιτισμός δεν ανακάμψει;


“…Για νύφη σου την έφερα στεφανωμένη


τώρα την πάω για σφαγή, ‘συ θα σηκώσεις τη ντροπή


που δε βοήθησες…”


Με αυτά τα λόγια -μεταξύ άλλων- προσπαθεί η Κλυταιμνήστρα να πείσει τον Αχιλλέα να σώσει τη μέλλουσα γυναίκα του, Ιφιγένεια, που πρόκειται να θυσιαστεί από τον Αγαμέμνονα. Στίχοι του Ευριπίδη από μια ιστορία που ο Φοίβος Δεληβοριάς επέλεξε να χρησιμοποιήσει, καταγγέλλοντας το ημι-επικοινωνιακό ημι-κρυφτούλι, αλλά πλήρως απαράδεκτο παιχνίδι που έχει στηθεί εδώ και μήνες στις πλάτες των εργαζομένων του Πολιτισμού και των Τεχνών.


“…ο Πολιτισμός γίνεται η πρώτη «Ιφιγένεια», ακριβώς επειδή όλο το καλοκαίρι δεν έγινε τίποτα για να ενδυναμωθεί το σύστημα Υγείας, η Παιδεία και τα ΜΜΜ, ώστε να μην συμβαίνει τώρα αυτό που συμβαίνει…”


Όλα πολύ σωστά. Σχεδόν. Η Ιφιγένεια δε θα θυσιαστεί μάταια. Θα θυσιαστεί για να φυσήξει επιτέλους ο κατάλληλος αέρας που θα επιτρέψει στον στόλο των Αχαιών να ταξιδέψει για να πολιορκήσει την Τροία. Στη δική μας περίπτωση όμως, καμία Τροία δεν θα πέσει και αν έπρεπε να κάνουμε την αναλογία, θα λέγαμε ότι ο Πολιτισμός θα θυσιαστεί για να κάνουν φιγούρα κάτι κάγκουρες με τζετ σκι δίπλα σε λουόμενους. Μόνο που η απαξίωση του κλάδου αυτού ανασύρει σκοτεινές μνήμες και μια ντροπιαστική παράδοση. Ειδικά για ένα κράτος που έχει ενηλικιωθεί με την πεποίθηση ότι αποτελεί το λίκνο του Δυτικού πολιτισμού.


Γράφει ο Δημήτρης Φαληρέας


Το “κουκου τζα” με τις συναυλίες, τις παραστάσεις, τους κινηματογράφους, τις παραγωγές και την εστίαση που ανοιγοκλείνουν με διαφορετικά επίπεδα δυσκολίας κάθε φορά, έχει δύο βασικά προβλήματα. Το πρώτο και βασικό είναι η διαβίωση όλων αυτών των επαγγελματιών. Δε θέλει περισσότερη ανάλυση νομίζω, οι οικονομικές ανακατατάξεις του κορωνοϊού έχουν συζητηθεί διεξοδικά. Το δεύτερο και δυστυχώς μόνιμα δευτερεύον, είναι η ιδιαιτερότητα του κλάδου. Δεν μιλάμε για τον τουρισμό που μόλις ξεμπερδέψουμε με την πανδημία, θα ανακάμψει, ούτε για το λιανικό εμπόριο που αν τύχει να επιβιώσει, θα επιστρέψει στη συντήρηση, αλλά για έναν πολύ πιο σύνθετο τομέα.


Όποιος πιστεύει ότι οι Τέχνες δεν έχουν σχέση με το χρήμα, στην καλύτερη είναι ρομαντικά αφελής, στη χειρότερη είναι τίγκα στην μπαρούφα. Η μεγαλύτερη άνθιση σε παραγωγή και ποιότητα του 20ου αιώνα, τα 60’s και 70’s, συνδέεται άμεσα με τη μεταπολεμική ανάπτυξη και τη γενιά που την απήλαυσε (ναι, τους baby boomers). Να το πούμε απλά: όταν η οικονομία ανεβαίνει, τότε τα παιδιά μπορούν να πηγαίνουν ωδεία, να αγοράζουν δίσκους, να παρακολουθούν συναυλίες, να έχουν μία ασφάλεια ώστε να προσπαθήσουν για το όνειρό τους, να αγοράζουν εξοπλισμό, ακόμα και να ρισκάρουν. Όσοι πιο πολλοί το κάνουν, τόσες περισσότερες οι πιθανότητες να βγει ο Μπόουι, η Σιμόν, ο Μακάρτνεϊ και η Τζόπλιν. Και αν κάποιος πιστεύει ότι “η Τέχνη είναι (μόνο) υπόθεση εσωτερική” να μιλήσουμε για τη Ζάμπια των 70’s, μια φτωχή Αφρικανική χώρα που σε μία πρωτογενή ανάπτυξη έφτιαξε μια άκρως εντυπωσιακή μουσική σκηνή, αλλά όταν έσκασε οικονομική κρίση, όλοι αυτοί οι μουσικοί αναγκάστηκαν να τα παρατήσουν μπας και βρουν 2 και 3 δουλειές κι επιβιώσουν. Και ας μη νομίζουμε ότι μιλάμε ούτε για τίποτα φλώρους, ούτε για μέτριους μουσικούς. Για το πρώτο αρκεί πως ολόκληρη η χώρα δεν είχε στούντιο, οπότε περνούσαν τα σύνορα για να ηχογραφήσουν και μετά να φέρουν οι ίδιοι τους δίσκους τους (!), για το δεύτερο αρκεί να ακούσετε.

Δεν είναι τυχαίο που οι ύστεροι millennials της οικονομικής κρίσης έχουν σαν συγκροτήματα-αναφορές της γενιάς τους, τους Fontaines D.C. και τους Shame. Ωραίες μπάντες, αλλά ας κουνήσουμε λίγο το κεφάλι μας (εριστικός) αν πιστεύουμε ότι θα έπαιζαν πρώτη μούρη στο BBC έχοντας ανταγωνισμό ανάλογο όχι των 70’s, αλλά έστω των 00’s. Όσο λοιπόν αδιαφορούμε για τον Πολιτισμό, τόσο θα αδιαφορεί κι εκείνος για εμάς. Αλλά εκεί απλά θα γκρινιάζουμε, ντοπαρισμένοι με entitlement, συνεχίζοντας να αδιαφορούμε για τις αιτίες πίσω από τη μετριότητα που θα ακούμε. Ή αν έστω ήμασταν ο Αχιλλέας, θα λέγαμε ότι θα σηκώσουμε εμείς τη ντροπή που δε βοηθήσαμε.


Όσον αφορά την Ελλάδα τώρα, που μονίμως παραπονιέται ότι τρώει τα παιδιά της, αλλά δεν ψήνεται να τα αφρατέψει κιόλας, παρουσιάζει ένα εντυπωσιακό ιστορικό αδιαφορίας για τον πολιτισμό της. Είτε πρόκειται για την Κυνόσουρα στη Σαλαμίνα, που αντί να αναδεικνύεται για τη Ναυμαχία και να είναι ένα από τα top-5 σημεία που θα έπρεπε να επισκεφθεί κάποιος στην Αθήνα, έχει ξεμείνει ένα μίζερο μπρούτζινο άγαλμα πίσω από τα ναυπηγεία, είτε πρόκειται για τη διαχείριση των αρχαιοτήτων στο Μετρό της Θεσσαλονίκης. Ας γκρινιάξουμε εθιμοτυπικά κάθε δύο χρόνια στο Βρετανικό Μουσείο για τα Ελγίνεια και μετά ας πούμε για καμένα πούσια ενόσω καίγονται οι μισές Μυκήνες. Αυτά αρκούν. Όμως η αλήθεια είναι ότι το επίσημο κράτος έβλεπε ανέκαθεν τον πολιτισμό σαν ένα αναγκαίο κακό. Τον χρειάζεται γιατί φέρνει τουρίστες και γιατί μας μπουκώνει “αρχαίο πνεύμα αθάνατο”, όποτε χρειαστεί να ξεσηκωθούν οι απόγονοι του Ευριπίδη που δεν μπορούν να κατονομάσουν τρεις τραγωδίες του και τα δισέγγονα του Αριστοτέλη που ανάθεμα κι αν έχουν ακούσει –πόσο μάλλον νιώσει- τι έλεγε για την ανθρώπινη ψυχή. Αλλά χρειάζεται χρήματα και αγάπη και διάθεση που δεν υπάρχουν. Ποτέ δεν θα προτιμηθεί ο Πολιτισμός έναντι μιας παρτίδας αμυντικού εξοπλισμού, ποτέ δε θα προτιμηθούν οι προσλήψεις δασκάλων, αντί new age χωροφυλάκων. Και ακόμα κι αν γίνει, ο ίδιος ο κόσμος θα αντιδράσει, επειδή έτσι έχει μάθει. Έχει μάθει να προσπαθεί να λαδώσει αρχαιολόγους για να κουκουλώσει τα “αρχαία” που πάνε πίσω το χτίσιμο της καλύβας του, έχει μάθει να θυμάται τον Παρθενώνα μόνο όταν πρέπει να τον αντιπαραβάλλει με βελανίδια και φυσικά έχει μάθει να βαράει το ντέφι για να χορέψει η αρκούδα της υποστελεχωμένης Εφορείας Αρχαιοτήτων όταν ακούει για την Αμφίπολη και θέλει σώνει και ντε να δει τον σκελετό του Φιλίππου.


“…Υπάρχει ακόμα ένα έγκλημα που δεν το δίκασε κανένας ποτέ. Είναι το πολιτιστικό έγκλημα της Χούντας, ενάντια σε αυτόν τον λαό που από το ’60 και ύστερα, άρχισε μέσα από τον Θεοδωράκη να τραγουδάει στα γλέντια του Σεφέρη και Ελύτη, άρχισε να διαβάζει τις εκδόσεις του Γαλαξία και γέμιζε τα σινεμά με τον Μπέργκμαν, ενώ λάτρευε τον Κουν. Και ξαφνικά, το ’67 του έφεραν μπροστά του μια δωδεκάδα πιάτα για να μάθει να τα πετάει στην πίστα…”


-Ρένα Θεολογίδου, “Το Πολιτιστικό Έγκλημα της Χούντας”, παραγωγή της ΕΡΤ του 1997


Η Δικτατορία έδειξε τον δρόμο για τον αρχαιορθόδοξο βλαχοταραμά που μας καταδυναστεύει μέχρι σήμερα και μπλέκει τα Ηπειρώτικα, τον Μεγαλέξανδρο και την Παναγιά που έσωσε τον Ορχομενό από τα ναζιστικά τανκς στον πιο κακόγουστο συνδυασμό καλόγουστων αναφορών. Η έννοια του “λαϊκού” αναδείχθηκε σε απόλυτη αυθεντία και παραμένει η κυρίαρχη αφήγηση, ενώ ακόμα δεν έχουμε ξεμπερδέψει με τη ρετσινιά της “δηθενιάς” σε ό,τι τολμάει να μην υπηρετήσει τα χαμηλότερα ανθρώπινα ένστικτα. Και ας θυμηθούμε ότι επί Δικτατορίας δεν απαγορεύτηκε μόνο ο Μαρξ και ο Σαρτρ. Απαγορεύτηκε και ο Αριστοφάνης και ο Σοφοκλής και η συντριπτική πλειοψηφία των σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών. Ακόμα κι αν η φρίκη της Επταετίας γέννησε απίστευτα έργα, έβαλε μια άνω τελεία στην καλλιτεχνική παραγωγή της χώρας, στην οποία ποτέ δεν γυρίσαμε για να κλείσουμε την πρόταση. Το μομέντουμ είχε χαθεί, η πορεία είχε χαθεί και η Μεταπολίτευση έδωσε χώρο σε κάτι εντελώς διαφορετικό που έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή. Και το κατάφερε επειδή οι συνθήκες ήταν κατάλληλες -κάτι που τώρα δεν ισχύει. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι όσο χτυπάμε τον Πολιτισμό, αυτός θα αναγεννάται από τις στάχτες του. Αυτή τη στιγμή ρισκάρουμε όση ζωή του απέμεινε από την Κρίση και διακινδυνεύουμε τον οριστικό θάνατό του.


Οι “Ιφιγένειες” θυσιάζονται για να πέφτουν οι Τροίες. Μόνο που θυσιάζοντας σαν τον Αβραάμ και όχι σαν τον Αγαμέμνονα, καμία νίκη δε θα δούμε και κανένα έπος δε θα γραφτεί. Αν ο Πολιτισμός είναι χαρακτήρας της Ιλιάδας, δυστυχώς είναι η Κασσάνδρα. Καταδικασμένη να ζήσει τις δυσοίωνες προφητείες που κανείς άλλος δεν πιστεύει.


Όταν η alternative δεν είναι η εναλλακτική σου​

  • Facebook
  • Instagram
  • Spotify
  • YouTube
  • Twitter

©2020 by Breakroom