Όταν οι Metallica κυκλοφόρησαν το Master Of Puppets


Όταν ένα συγκρότημα ξεκινάει τη δισκογραφία του και κυκλοφορεί τον πρώτο του δίσκο, αυτός συνήθως αποτελείται από τραγούδια που το συγκρότημα έχει δουλέψει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Πολλές φορές είναι τραγούδια που διακατέχονται, τόσο σε σύνθεση όσο και σε εκτέλεση και ηχογράφηση, από έναν άκρατο ενθουσιασμό. Έναν απόλυτα δικαιολογημένο ενθουσιασμό. Μετά έρχεται ο δεύτερος δίσκος.


Γράφει ο Μάρκος Σκυριανός


Ο δεύτερος δίσκος αποτελείται συνήθως από τραγούδια που μάλλον ξέμειναν από τις ηχογραφήσεις του πρώτου. Ή από τραγούδια που προέκυψαν ως ιδέες κατά τις πρόβες και τις ηχογραφήσεις του πρώτου. Τις περισσότερες φορές είναι εξίσου ενθουσιώδη με τα αντίστοιχα του πρώτου δίσκου, αλλά παρουσιάζουν και άλλα στοιχεία. Σε επίπεδο επιρροών, σε επίπεδο εξέλιξης και ωρίμανσης του συγκροτήματος. Φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις ότι η αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών αναπτύσσεται όσο περισσότερο υλικό δημιουργούν μαζί. Και μετά, έρχεται ο τρίτος δίσκος. Ο πιο σημαντικός.


Ο τρίτος δίσκος είναι, και πάλι ως συνήθως, ο πιο ουσιαστικός. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων πρόκειται για υλικό που γράφεται για αυτό το δίσκο. Είναι πολύ λίγες οι φορές που συμπεριλαμβάνεται κάποιο προϋπάρχον υλικό, γιατί δεν υπάρχει. Είναι η στιγμή της απόλυτης δημιουργίας, μιας και από την αρχική σύλληψη της ιδέας ενός riff, μέχρι την ολοκλήρωση του τραγουδιού, όλα γίνονται από το μηδέν, μεταξύ των μελών του συγκροτήματος για έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό: γράφουμε τραγούδια για το δίσκο μας. Ο τρίτος δίσκος των Iron Maiden είναι το The Number Of The Beast. Ο τρίτος δίσκος των Led Zeppelin είναι το Led Zeppelin III. Ο τρίτος δίσκος των Beatles είναι το A Hard Day’s Night. Ο τρίτος δίσκος του Bob Dylan είναι το The Times They Are a-Changing. Ο τρίτος δίσκος του David Bowie είναι το The Man Who Sold The World, και ο τρίτος δίσκος των Queen είναι το Sheer Heart Attack.


Το 1986 οι Metallica έβγαλαν τον δικό τους τρίτο δίσκο. Το Master of Puppets. Τον πιο ώριμο δίσκο της ιστορίας τους. Και αυτός είναι ο πιο σημαντικός χαρακτηρισμός. Δεν έχει και τόσο σημασία αν είναι καλός (που είναι), δεν έχει και τόσο σημασία αν θεωρείται πετυχημένος κριτικά ή εμπορικά (που θεωρείται). Σημασία έχει ότι είναι ο πιο ώριμός τους. Δεν το κατάλαβαν τότε. Και για αρκετά χρόνια δεν μπορούσαν να το καταλάβουν. Γιατί όμως; Γιατί ήταν ο πιο ώριμός τους και γιατί δεν μπορούσαν να το καταλάβουν;


Καταρχάς, πρέπει να ειπωθεί ότι το 1986 που οι Metallica έβγαλαν αυτό το δίσκο, το thrash metal ακόμη διαμορφωνόταν. Είχε προκύψει από την underground σκηνή μόλις 3 χρόνια πριν. Και σε μία εποχή που δεν υπήρχαν πολλές από τις ευκολίες του σήμερα (δεν θα τις αναφέρω γιατί τις ξέρουμε όλοι). Το heavy metal κοινό της εποχής προσπαθούσε ακόμη να καταλάβει τι ακριβώς ήθελαν να πουν τα thrash metal συγκροτήματα. Τους άρεσε η επιθετικότητα, η ταχύτητα και η ορμή, αλλά ακόμα δεν είχαν σχηματίσει πλήρη εικόνα και πλήρη άποψη.


Από την άλλη πλευρά, οι Metallica είχαν πλήρη εικόνα του τι ήθελαν να κάνουν. Είχαν κυκλοφορήσει τον πρώτο τους δίσκο (Kill ‘em All – 1983) και είχαν παρουσιάσει τον νεανικό ενθουσιασμό τους. Είχαν κυκλοφορήσει και το δεύτερό τους δίσκο (Ride The Lightning – 1984) όπου είχαν αξιοποιήσει και το υπόλοιπο προϋπάρχον υλικό, στο οποίο είχε ιδιαίτερη συμμετοχή ένα πρώην μέλος της μπάντας, ο Dave Mustaine. Είχαν στα χέρια τους μία κενή σελίδα ενός καινούριου βιβλίου.


Ο James Hetfield και ο Lars Ulrich κλείστηκαν για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα σε ένα γκαράζ και ετοίμασαν όλα τα κεντρικά riffs και τα βασικά μέρη όλου του δίσκου. Και ξεκίνησαν να γεμίζουν τις κενές σελίδες του καινούριου βιβλίου. Μετά, φώναξαν τους Cliff Burton και Kirk Hammett και τους τα παρουσίασαν. Η στιγμή – τομή στην ιστορία του δίσκου ήταν όταν ο Burton, που ήξερε και αντιλαμβανόταν την έννοια σύνθεση πολύ καλύτερα από ότι όλοι οι υπόλοιποι, έβαλε το χέρι του και ενορχήστρωσε τις συνθέσεις. Πλέον τα τραγούδια του δίσκου δεν ήταν απλά οχτώ thrash metal τραγούδια. Ήταν 8 ολοκληρωμένες συνθέσεις, με αρχή, μέση και τέλος. Ήταν οχτώ ολοκληρωμένες ιστορίες. Τα πράγματα είχαν ανέβει σε άλλο επίπεδο. Ο Hammett έκανε μαθήματα με τον Joe Satriani πριν την ηχογράφηση του δίσκου, για να μάθει να αποδίδει καλύτερα μέσα στο studio. Οι γνωστοί και ως Alcohollica, αποφάσισαν από μόνοι τους ότι τις μέρες που το πρόγραμμα έγραφε «recording day», δεν θα έπιναν σταγόνα για να είναι απόλυτα συγκεντρωμένοι σε αυτό που ήθελαν να κάνουν. Το επίπεδο του ίδιου του συγκροτήματος ανέβηκε ακόμα ψηλότερα. Το βιβλίο ήταν πια έτοιμο.

Πέραν του συνθετικού κομματιού, υπήρχε και το εμπορικό – επιχειρησιακό. Οι Metallica είχαν αλλάξει manager και agent, και είχαν μπει σε μία κατηγορία που κανένα thrash metal συγκρότημα δεν είχε μπει μέχρι τότε. Στην προωθητική περιοδεία που ακολούθησε, παρουσίαζαν το καινούριο τους υλικό σε τεράστιες αρένες (άνοιγαν για τον Ozzy Osbourne) μπροστά σε κοινά που κυμαίνονταν μεταξύ 50.000 και 70.000 ανθρώπων.


Είχε μεγαλώσει το stage στο οποίο απευθύνονταν πλέον οι Metallica. Και μπροστά σε αυτό το stage παρουσίασαν έναν απίστευτα πλήρη δίσκο. Οκτώ τραγούδια που δεν περισσεύει τίποτα. Αν σκεφτεί κάποιος να βρει το filler μέσα στο δίσκο, και προσπαθήσει να ακούσει το δίσκο χωρίς ένα από αυτά τα τραγούδια, κάτι του λείπει. Ομολογώ ότι προσωπικά το έχω δοκιμάσει με τέσσερις διαφορετικές εκδοχές του δίσκου, όπου σε κάθε μία αφαιρούσα ένα τραγούδι από τη δεύτερη πλευρά του δίσκου. Είχα πραγματικά την αίσθηση ότι κάτι λείπει. Σίγουρα έπαιξε ρόλο το πόσες φορές έχω ακούσει το δίσκο στο σύνολό του, αλλά έλειπε και κάτι ακόμα. Και δεν κατάφερα ποτέ να κάνω μία ακρόαση του δίσκου με κάποιο τραγούδι της πρώτης πλευράς να λείπει.


Ο δίσκος έχει συνδεθεί σε τεράστιο βαθμό με τον Cliff Burton. Ήταν ο πρώτος δίσκος που ο Burton βρήκε μπροστά του ανοιχτό πεδίο για να απλώσει και να παρουσιάσει όλο το συνθετικό και ενορχηστρωτικό του ταλέντο. Και έκανε ακριβώς αυτό. Θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά πράγματα και πολλές λέξεις σχετικά με αυτό. Αλλά όλα συνοψίζονται με εντυπωσιακό τρόπο στο 'Orion'. Ένα ορχηστικό οχτώ λεπτών και 29 δευτερολέπτων που αποτελεί μια εντυπωσιακή επίδειξη του μυαλού του Burton.


Οι Metallica είχαν στα χέρια τους το δίσκο της ζωής τους. Τα riffs του Hetfield με το συνδυασμό επιθετικότητας και νοητά επαναλαμβανόμενων κύκλων, το drumming του Ulrich που (ακόμα) δεν έπαιζε απλά γρήγορα, αλλά γέμιζε τα «κενά» με πολύ εύστοχα breaks και γεμίσματα, τα leads και solos του Hammett που όσο πέρναγε ο καιρός γίνονταν πιο μελωδικά και πιο επιθετικά ταυτόχρονα, και φυσικά ο Burton και η επιρροή του τόσο στις συνθέσεις όσο και στους υπόλοιπους τρεις. Όλα ήταν τέλεια. Όλα ήταν στη θέση τους.

Ένα τροχαίο όμως κατά τη διάρκεια της περιοδείας ήταν αρκετό για να γκρεμιστούν σχεδόν όλα. Ο θάνατος του Burton είχε τεράστια επιρροή στους Metallica. Και ειδικά στο Hetfield. Και φυσικά, πρόσθεσε άλλον ένα τίτλο στο Master Of Puppets. Δεν ήταν πλέον μόνο ο πιο ώριμος και ολοκληρωμένος δίσκος των Metallica. Ήταν και ο τελευταίος δίσκος που έγραψε ποτέ ο Cliff Burton. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που το τελευταίο έργο ενός καλλιτέχνη πριν φύγει από τη ζωή αναπάντεχα γιγαντώνεται στη συνείδηση του κόσμου λόγω της απώλειας. Μόνο που αυτή τη φορά γιγαντώθηκε ένας ήδη υπερπλήρης δίσκος.


Το συγκρότημα θρήνησε για πολύ καιρό το θάνατο του Burton, παρόλη τη γρήγορη αντικατάστασή του από τον Jason Newsted. Αυτό φάνηκε τόσο από τη συμπεριφορά τους προς το Newsted, όσο και από τον ήχο και ύφος του επόμενου δίσκου τους (…Αnd Justice For All – 1988). Άργησαν πολύ να καταλάβουν τι είχαν κάνει με το Master Of Puppets. Η θλίψη για τον Burton ήταν πολύ βαριά για να μπορέσουν τότε να δουν μπροστά τους καθαρά και ψύχραιμα.


Ο συγκεκριμένος δίσκος έχει αναχθεί σε «μονάδα μέτρησης» από πολλούς ακροατές της metal μουσικής. Γιατί πολλά άλλα συγκροτήματα τον αναφέρουν ως επιρροή τους. Ακόμα και συγκροτήματα με παντελώς άσχετο ήχο και ύφος από τους Metallica. Γιατί το Master Of Puppets έδειξε στον κόσμο ότι μπορείς να ταιριάξεις στοιχεία που μεταξύ τους φαίνονται αταίριαστα και ασύμβατα. Δεν είναι εύκολο, αλλά υπάρχει τρόπος.