• Δημήτρης Φαληρέας

Ο Robert Smith, ο Camus κι ένας νεκρός Άραβας


Σε μια παραλία ξεβράζονται ο Ρόμπερτ Σμιθ, δύο εντελώς διαφορετικοί Καμί, ένας ανώνυμος Άραβας κι ένα πιστόλι...” Έτσι θα μπορούσε να ξεκινάει ένα μάλλον περίεργο ανέκδοτο, αλλά είναι μια ιδιαίτερη οπτικοποίηση των προσώπων που θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια. Με αφορμή δύο σημερινές επετείους, εκείνη της γέννησης του frontman των Cure, Ρόμπερτ Σμιθ το 1959 αλλά κι εκείνη του θανάτου της παραπαίουσας μεταπολεμικής δημοκρατίας με τη Χούντα των Συνταγματαρχών το 1967, πιάνουμε το νήμα της πολιτικής στα τραγούδια των Cure και προσπαθούμε να βρούμε μια -έστω αφαιρετική σύνδεση. Αποτυγχάνουμε γρήγορα, αλλά βρίσκουμε μια άλλη ενδιαφέρουσα ιστορία.


Γράφει ο Δημήτρης Φαληρέας


Σε αντίθεση με το αντίπαλο δέος των 80’s, δηλαδή τους Smiths (οι οποίοι δεν είχαν κανέναν Σμιθ), οι πολιτικές - και όχι μόνο - απόψεις τους δεν περνούν στους στίχους των τραγουδιών τους. Δεν κατακεραυνώνουν τη Βασίλισσα, τη Θάτσερ, ή την κατανάλωση κρέατος, ούτε εμπνέονται από ατυχήματα σε πυρηνικούς αντιδραστήρες και τη Βρετανική αποικιοκρατία. Ξεψαχνίζοντας τη δισκογραφία των Cure, θα βρεις κάμποσα τραγούδια για γάτες, αλλά κανένα που να αφήνει έστω μια επίγευση κοινωνικού ή πολιτικού στοχασμού. Ή μάλλον υπάρχει ένα, μα γράφτηκε σαν φόρος τιμής σε έναν λογοτέχνη και όποια διάσταση πήρε αργότερα, την έδωσαν οι ακροατές και όχι ο στιχουργός. Θα επιστρέψουμε αργότερα όμως σε αυτό. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι ο ίδιος ο Σμιθ είναι απολίτικο ον, αλλά ότι νιώθει άβολα με τους πολιτικοποιημένους μουσικούς. Σε μια συνέντευξη του στον Guardian το 2011 είχε μιλήσει ανοιχτά για τα πιστεύω του, τις οικονομικές ανισότητες, την αστυνόμευση, ενώ αυτοπροσδιορίστηκε χαλαρά ως ένας “liberal kind of guy”. Ένα χρόνο αργότερα, μιλώντας στο Telerama.fr, τάχθηκε με ιδιαίτερα σκληρά λόγια κόντρα στην μοναρχία, δηλώνοντας μάλιστα ότι θα “έκοβε τα χέρια του πριν χριστεί ιππότης”, ενώ σε μία άλλη του συνέντευξη στην Corriere Della Sera δήλωσε σοσιαλιστής και republican, όρος που στο Ηνωμένο Βασίλειο αφορά το κίνημα υπέρ της καθαίρεσης της Μοναρχίας από τη χώρα. Με λίγα λόγια, ταιριάζει απόλυτα στο προφίλ ενός στρατευμένου μουσικού της εναλλακτικής μουσικής. Όμως δεν είναι. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην προαναφερθείσα θέση του, αλλά υποπτευόμαστε ότι ίσως έχει να κάνει με μια σειρά παρεξηγήσεων γύρω από το πρώτο του σινγκλ.

Βρισκόμαστε στο σωτήριο έτος 1978 και μόλις τέσσερις μέρες πριν τα Χριστούγεννα, οι - πιτσιρικάδες τότε - Σμιθ, Ντέμπσει και Τόλχερστ κυκλοφορούν το πρώτο τους σινγκλ. Στην μία πλευρά έχει το “10:15 Saturday Night” και στην άλλη το “Killing an Arab”. Μπορείτε να φανταστείτε ποιό ξεκίνησε τις παρεξηγήσεις. Το τραγούδι περιγράφει μια σκηνή από το βιβλίο του Αλμπέρ Καμί, Ο Ξένος, όπου ο πρωταγωνιστής Μερσό στέκεται σε μια παραλία και αφού καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν έχει καμία σημασία ό,τι και να κάνει, πυροβολεί και σκοτώνει έναν ανώνυμο Άραβα με τον οποίο υπάρχει ένα... περίπου beef. Πολύ απλοϊκά όλα αυτά, διότι ξεδιπλώνεται ο σκληρός υπαρξισμός και όχι κάποιο ρατσιστικό μένος του Αλγερινού συγγραφέα. Βέβαια δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστήριξαν ότι μόνο τυχαία δεν ήταν η επιλογή του Άραβα και της ανωνυμίας του, λαμβάνοντας υπόψιν τόσο τις πολιτικές τοποθετήσεις του Καμί, όσο και την καταγωγή του. Αυτό που θα μπορούσε όμως να εκληφθεί σαν επίθεση στην ισλαμοφοβία, καταλήγει να υιοθετείται σαν επίθεση στο Ισλάμ. Κι ας μην είναι τίποτα από τα δύο.


Ήδη από το 1979, ο Σμιθ απολογείται για το “Killing an Arab” και προσπαθεί μάταια να μιλήσει για τον υπαρξισμό, όσο οι μεν τον κατηγορούν ότι προωθεί το μίσος προς τους Μουσουλμάνους, οι δε το κάνουν soundtrack βομβαρδισμών. Όταν παίζουν εκείνη τη χρονιά στο Kingston Polytechnic, το Πανεπιστήμιο καλεί τους Cure να μην παίξουν το εν λόγω κομμάτι γιατί ακούγεται ρατσιστικό. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί το αποσύρουν από τις playlists τους και η Αραβοαμερικανική Επιτροπή Κατά των Διακρίσεων ζητάει να αποσυρθεί από το εμπόριο. Όταν το συμπεριλαμβάνουν στην συλλογή με τα σινγκλ τους και την κυκλοφορούν με τίτλο έναν άλλο στίχο από το επίμαχο τραγούδι, ως Standing on a Beach, αυτό γίνεται με ένα μεγάλο αυτοκόλλητο που εξηγεί ότι το τραγούδι δεν είναι ρατσιστικό. Μπλέξιμο. Στα τουρ τους προσπάθησαν να ξεφύγουν από αυτή την κουβέντα, αλλάζοντας τους στίχους ανάλογα με τη χώρα που εμφανίζονταν. Στο Λονδίνο τραγουδούσαν “Killing an Englishman”, στις ΗΠΑ “Killing an American”, αλλά κατέληξαν να τσατίζουν ακόμα περισσότερο κόσμο, οπότε αποφάσισαν να εξαφανίσουν το κομμάτι από τις setlist τους. Το 2005 και το 2006 αποφάσισαν να ξαναπροσπαθήσουν και οι στίχοι έγιναν “Kissing an Arab” και “Killing Another” αντίστοιχα, αλλά η πιο εντυπωσιακή αλλαγή ήρθε το 2011 όταν από τον Ξένο πήγαν στο Μόμπι Ντικ και τραγούδησαν “Killing an Ahab”. Πέρα από το υψηλό cringe και το απόλυτο ξεγύμνωμα του τραγουδιού από νόημα όμως, τέτοιες προσπάθειες το έκαναν να φαίνεται σαν να υπάρχει όντως κάτι προβληματικό. Εν τέλει στην περιοδεία για τα 40 χρόνια του συγκροτήματος το 2018, το set στο Hyde Park κλείνει με τους original στίχους και παρά την καθιερωμένη γκρίνια, ο Σμιθ δε φαίνεται να έχει διάθεση για απολογίες.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση που έχει στο κέντρο της έναν άλλο, λιγότερο συμπαθητικό Καμί. Αλλά εδώ θα χρειαστούμε λίγη ιστορία και μία σύντομη παράκαμψη. Οι πρώτες σπίθες του Αραβικού εθνικισμού ανάβουν τον 12ο αιώνα από τον Σουλτάνο Σαλαντίν σαν αντίδραση στις Σταυροφορίες και αναζοπυρώνουν κατά τους αιώνες που ο Αραβικός κόσμος βρίσκεται υπό κατοχή. Ισπανική (Μαρόκο), Γαλλική (Αλγερία, Τυνησία), Ιταλική (Λιβυή), Βρετανική (Αίγυπτος, Σουδάν και η νότια Αραβική χερσόνησος) και Οθωμανική (Κουρδιστάν, Συροπαλαιστίνη, Ιράκ και η βόρεια Αραβική χερσόνησος). Η φωτιά θα ανάψει για τα καλά όμως, όταν διαλύονται αυτές οι αυτοκρατορίες στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα και οι Γαλλο-βρετανοί εγκαθιδρύουν «σφαίρες επιρροής» στις παλιές τους αποικίες με την αγαπημένη τους μέθοδο, δηλαδή να τραβάνε ευθείες γραμμές στην έρημο, αγνοώντας πλήρως τις θρησκευτικές, πολιτισμικές ή εθνολογικές ιδιομορφίες των περιοχών και να σιγουρεύσουν τις συνεχείς αναταραχές σε έναν νεο-αποικιακό κόσμο που συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται με ποικίλους τρόπους (και που και που να ανατρέπουν και καμιά εκλεγμένη κυβέρνηση ή να εξοπλίζουν φύλαρχους με δικτατορικές φιλοδοξίες). Υπό αυτές τις συνθήκες γεννάται ο Αραβικός εθνικισμός και σε μία χώρα όπως η Γαλλία, όπου για αιώνες συνέρρεαν Άραβες ως πολίτες της Αυτοκρατορίας, ξαφνικά τα δεδομένα αλλάζουν. Οι μέχρι πρόσφατα συμπολίτες τους μετατρέπονται σε «ασύμμετρη απειλή» και σε μια Ευρώπη καλά μπολιασμένη με ναζιστικές ιδέες, θεωρίες φυλετικής ανωτερότητας και θεσμική τρομοκρατία για την «κομμουνιστική απειλή», δεν αργεί να εμφανιστεί και η ισλαμοφοβία. Και να σου οι ύμνοι στον Καρλομάγνο και να σου το «προγονικό καθήκον» της Ρεκονκίστα που έδιωξαν τους Άραβες από την Ισπανία και τα σύνορα της Ευρώπης και κάθε λογής μπαρούφα που επιβιώνει μέχρι σήμερα, λες και εμείς οι Ευρωπαίοι περιμέναμε τους Άραβες να μας σφάξουν, δεν σφαζόμαστε εδώ και χιλιετίες μεταξύ μας ικανοποιητικά. Τέλος πάντων. Τα Αραβικά κράτη σταματάνε να δίνουν κοψοχρονιά το πετρέλαιο, το πολιτικό Ισλάμ κάνει κι αυτό την εμφάνισή του, πόλεμοι, δικτατορίες, Αμερικανικοί δάκτυλοι και η Μέση Ανατολή γίνεται αυτό που ξέρουμε σήμερα. Εδώ τελειώνει η σύντομη κι απλουστευμένη παράκαμψη και ξανάρχονται οι Cure.


Το 1990 ξεσπά ο Πόλεμος του Κόλπου και η (πρώτη) εισβολή των Αμερικανών στο μέχρι πρότινος συμμαχικό Ιράκ και το “Killing an Arab” γίνεται ο ανεπίσημος ύμνος των Αμερικανικών βομβαρδισμών. Την ίδια μοίρα έχει και το “Rock the Casbah” των Clash, το οποίο γράφτηκε σαν επίθεση στη λογοκρισία των ανελεύθερων Αραβικών καθεστώτων. Και τα δύο συγκροτήματα αντιδρούν έντονα, αλλά μικρή σημασία έχει μπροστά στο «κέφι» των μισθοφόρων. Μια παρόμοια ιστορία επαναλαμβάνεται με την δέυτερη εισβολή το 2003, ενώ ο Τζορτζ Μπους δηλώνει ότι διαβάζει τον Ξένο, προκαλώντας πανηγύρι στα ΜΜΕ. Στο ενδιάμεσο έχει μεσολαβήσει η επίθεση της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους την 11η Σεπτεμβρίου 2001, γεγονός που αναγκάζει τους Cure να μην συμπεριλάβουν το τραγούδι στο Greatest Hits που επρόκειτο να κυκλοφορήσει την 13η Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Fast forward στο 2011. Όσο οι Cure προσπαθούν μέσω παρακάμψεων και Μόμπι Ντικ να παίξουν το τραγούδι χωρίς να τους πρήξει κανείς και η Ευρωπαϊκή ακροδεξιά ισχυροποιείται ανησυχητικά, ένας Καμί εκδίδει ένα βιβλίο στη Γαλλία. Είναι ο Ρενό Καμί, ο οποίος δεν είναι ούτε συγγενής του Αλμπέρ, ούτε μοντέλο αυτοκινήτου, αλλά συνωμοσιολόγος και θεωρητικός της ακροδεξιάς. Το επίμαχο βιβλίο είναι το Le Grand Remplacement (ελλ. Η Μεγάλη Αντικατάσταση), όπου περιγράφει ένα υποτιθέμενο σχέδιο για την αντικατάσταση των λευκών, χριστιανικών πληθυσμών της Ευρώπης - και ιδιαίτερα της Γαλλίας - με Μουσουλμάνους και μια «γενοκτονία δια της αντικατάστασης». Πρόκειται για μια θεωρία που κυκλοφορούσε για χρόνια με πολλές παραλλαγές, συχνά μπλέκοντας και τους Εβραίους, αλλά σε αυτή τη μορφή και με αυτό το βιβλίο απέκτησε μεγάλη απήχηση και βάση υποστηρικτών, μέχρι που εξελίχθηκε στην κύρια θεωρητική γραμμή της ακροδεξιάς αναφορικά με την προσφυγική κρίση.

Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και συχνά σε πιο ήπιες μορφές, η αφήγηση μιας κοινής ευρωπαϊκής κουλτούρας που βρίσκεται μπροστά σε μια «ασύμμετρη απειλή» ή έναν «κίνδυνο εξ Ανατολάς», έχει διεισδύσει σε μία μεγάλη μερίδα πολιτών και υιοθετείται και από πολλά ελληνικά (και όχι μόνο) ΜΜΕ. Σε μία συγκυρία που πολλοί Άραβες ξεβράζονται ήδη νεκροί στις ακτές και Σάξονες ακροδεξιοί που μέχρι πρόπερσι έκαναν προεκλογικό αγώνα κόντρα στους «τεμπέληδες σκουρόχρωμους Έλληνες που λιμπίζονται το πορτοφόλι του εργατικού Άρειου Αυστριακού» οπλίζονται στις ίδιες παραλίες, όχι από την ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά από καθαρό μίσος, καλούμαστε να παραμερίσουμε το κάθε επίδοξο κακέκτυπο του Μερσό και να προβάλλουμε την πλευρά της ανθρωπότητας που έστω για μια στιγμή, δίνει μια υποψία νοήματος σε όσα πράττουμε κι επιλέγουμε. Αυτές τις μέρες μάθαμε κάτι περισσότερο για την ελευθερία, κάτι περισσότερο για τον θάνατο, κάτι περισσότερο για την αδυναμία του ανθρώπινου είδους συλλήβδην. Καλό θα ήταν να μην τα ξεχάσουμε όλα αυτά και να μην τα εφαρμόζουμε όπου και όποτε μας βολεύει, διότι όπως είπε ο Αλμπέρ σε ένα άλλο του βιβλίο, «η βαρβαρότητα δεν είναι ποτέ προσωρινή».


Μπορεί λοιπόν η πολιτική φόρτιση της ημέρας να μας έσπρωξε σε μονοπάτια που φάνηκαν αδιέξοδα και να αποτύχαμε να βρούμε την άμεση διάσταση στα τραγούδια των Cure, αλλά μας έβγαλε σε έναν άλλον, εξίσου ενδιαφέροντα δρόμο. Γιατί ανεξάρτητα από την πρόθεση με την οποία γράφεται ένα τραγούδι, σημασία έχει και το πώς αυτό αφομοιώνεται από τους ακροατές του. Κάποιοι το είδαν σαν ωδή στον Ξένο, κάποιοι σαν επίθεση στον ισλαμισμό, κάποιοι σαν αντι-ισλαμοφοβικό ύμνο, κάποιοι σαν πολεμικό εμβατήριο και κάποιοι άκουσαν απλά ένα ωραίο τραγούδι. Και στην ιστορία έμεινε σαν όλα αυτά, ανάλογα ποιός την έγραφε κάθε φορά. Η ερμηνεία του “Killing an Arab” είναι στο χέρι μας σε μία κρίσιμη στιγμή, καθώς και το ποιός από τους δύο Καμί θα επικρατήσει στον δημόσιο διάλογο.


Α και... χρόνια πολλά Ρόμπερτ Σμιθ!