• Νίκος Παπανικολάου

Ο Δημήτρης Παπανδρέου θέλει να βρούμε το χαμένο vibe μας στο Gimme Shelter Film Festival


© Jo Brent Photography

Έναν χρόνο πριν, τέτοια εποχή, ελάχιστοι μπορούσαν να φανταστούν πως η χρονιά που θα ερχόταν θα άλλαζε τόσο δραματικά τη ζωή μας, σε κάθε δυνατό επίπεδο. Πολύ περισσότερο πως αυτή η πανδημία θα κρατούσε όσο έχει κρατήσει. Μας στέρησε ανθρώπους, ανθρώπινη επαφή, και μας γέμισε φόβο, μάθαμε να κρατάμε την ανάσα μας για μήνες. Κι ακόμη την κρατάμε. Όμως μάθαμε να ζούμε με αυτό. Να το βάζουμε στην εξίσωση. Η ζωή μπορούσε να κάνει ένα διάλειμμα, αλλά δε μπορούσε να σταματήσει. Είμαι από τους αισιόδοξους που λέω πως η ζωή πάντα θα νικάει. Γιατί πάντα νικάει. Κι ακόμη και σε δύσκολες περιόδους όπως αυτή που βιώνουμε, είναι σημαντικό να έχουμε ο ένας τον άλλο, να μπορούμε να παίρνουμε μικρές δόσεις κανονικότητας μέσα σε αυτό το ακανόνιστο.


Συνέντευξη στον Νίκο Παπανικολάου


Κι αν τα περισσότερα εκεί έξω - κινηματογράφοι, συναυλιακοί χώροι, μουσικές σκηνές - έχουν σιγήσει, υπάρχουν ακόμη κάποιοι που παλεύουν - με νύχια και με δόντια, χωρίς καμία σχεδόν στήριξη - να δημιουργήσουν κάτι. Μία μικρή όαση ζωής και χαράς, γεμάτη μουσική και όμορφους ανθρώπους. Ο Δημήτρης Παπανδρέου είναι ένας από αυτούς που παλεύουν να φτιάξουν κάτι, που θα ανακουφίσει την ψυχή μας, αυτή τη σκοτεινή εποχή. Το Gimme Shelter Film Festival, παρά τις αντίξοες συνθήκες, θα είναι μαζί μας το 2021 για να μας "δώσει ξανά το vibe μας" όπως λέει και ο ίδιος ο Δημήτρης. Και αλήθεια, δεν ξέρω αν υπάρχει πιο πολύτιμο πράγμα αυτή τη στιγμή. Με διαφορετική μορφή από τα προηγούμενα χρόνια - δεδομένων των περιορισμών και των κανόνων ασφαλείας - το GSFF θα είναι ξανά μαζί μας, όταν όλα έχουν σταματήσει. Γιατί πολύ περισσότερο από τα ντοκιμαντέρ, έχουμε ανάγκη να ακούσουμε μουσική με ανθρώπους δίπλα μας, να δούμε χαμογελαστά μάτια γιατί οι μάσκες θα κρύβουν τα χαμόγελα, να κοιταχτούμε με ξένους, να νιώσουμε όλοι το ίδιο συναίσθημα, την ίδια στιγμή. Η ανθρώπινη επαφή δε θα αντικατασταθεί ποτέ από τίποτα όπως λέει ο Δημήτρης. Τα υπόλοιπα είναι απλά υποκατάστατα.


Η συζήτηση μου με τον Δημήτρη ήταν για μουσική, για την ανάγκη να νιώσουμε κανονικά, για την αντιξοότητα του εγχειρήματος. Και αυτό που συνειδητοποίησα στην πορεία της κουβέντας μας είναι πόσο πολύ θέλαμε και οι δύο να μιλήσουμε για πράγματα χαρούμενα, για συναυλίες, για ωραίους ανθρώπους, κι ακόμη κι όταν μιλούσαμε για προβλήματα, η απάντηση πάντα έκλεινε με κάτι αισιόδοξο. Γιατί οι άνθρωποι, σαν όντα, πάντα αγαπάμε το happy end. Και αυτή ακριβώς η πεποίθηση, αυτό το πάθος, αυτός ο ρομαντισμός, θα αλλάξουν τον κόσμο, θα διώξουν την ασχήμια, και η ζωή με τη μουσική θα νικήσουν.


Πόσο σημαντικό είναι να ακούσουμε ξανά μουσική – έστω μέσα κι από ντοκιμαντέρ – έχοντας μερικούς ανθρώπους δίπλα μας;


Όλους αυτούς τους μήνες έχουμε στερηθεί πολλά. Ανάμεσά τους την τέχνη σε κάθε μορφή της. Μια θεατρική παράσταση, μια συναυλία, μια ωραία ταινία. Αλλά κυρίως την εμπειρία, την διαδικασία, την επικοινωνία, την ανθρώπινη επαφή, το να μοιράζεσαι αυτές τις στιγμές με άλλους ανθρώπους. Έχουμε χάσει το vibe μας, κι αυτό έρχεται να φέρει πίσω το GSFF. Ειδικά φέτος το έχουμε ανάγκη όλοι μας. Γι’ αυτό και κάνουμε τα πάντα, και θα συνεχίσουμε να το κάνουμε, όχι μόνο για να γίνει το φεστιβάλ πραγματικότητα παρά τις δυσκολίες και τις συνεχείς αλλαγές, αλλά για να γίνει «the best GSFF ever». Το Gimme Shelter φέτος έχει προχωρήσει πιστεύω ένα βήμα πιο μπροστά σε σχέση με τα live του, έχοντας για πρώτη φορά δύο tribute bands, τους The Bad Pennies και τους Working Men που, ειδικά οι δεύτεροι, ουσιαστικά δημιουργήθηκαν για να παίξουν στο GSFF. Στο σημείο που βρισκόμαστε βέβαια, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να ακούσουμε ξανά πολλή και καλή μουσική, να ζήσουμε εμπειρίες και να μοιραστούμε στιγμές και εικόνες, αλλά να το κάνουμε με απόλυτη ασφάλεια και σεβασμό στον διπλανό μας. Και αυτό θα γίνει μόνο αν σεβόμαστε και τηρούμε πιστά τα μέτρα προστασίας διαρκώς, όχι μόνο τον Φεβρουάριο στο Gagarin ή όταν μας το επιβάλει κάποιος. Μόνο έτσι θα εξασφαλίσουμε, ο καθένας στον βαθμό που μπορεί, ότι θα είμαστε υγιείς, αλλά και ότι θα περιορίσουμε την εξάπλωση, τόσο ώστε να μην χρειάζονται άλλα μέτρα και περιορισμοί, τόσο ώστε να μπορέσουμε τελικά, μετά από τόσες αλλαγές, να απολαύσουμε τις Δευτέρες (και τις Κυριακές φέτος) του GSFF.


Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να δημιουργήσετε το Gimme Shelter Film Festival;


Ήταν μια σκέψη που είχα για αρκετό καιρό στο μυαλό μου. Εδώ και περίπου δέκα χρόνια υπάρχει πολύ έντονη κινητικότητα και πλούσια ποιοτική παραγωγή στο μουσικό ντοκιμαντέρ, το οποίο έπαψε να αποτελεί ένα DIY straight-to-video/DVD προϊόν από κάποιους φανατικούς για μερικούς music nerds. Τα μουσικά ντοκιμαντέρ της τελευταίας δεκαετίας, χωρίς να χάνουν την αυθεντικότητα και την αξιοπιστία τους, είναι ποιοτικές, εμπορικές παραγωγές υψηλών προδιαγραφών που αφορούν όλο και περισσότερους, με αποτέλεσμα π.χ. το Amy να φτάσει το 2016 να κερδίσει το Βραβείο Όσκαρ. Διαπιστώνοντας λοιπόν αυτήν την τάση, και παράλληλα την έλλειψη κάποιου event της μορφής που εγώ είχα στο μυαλό μου, κι αφού το συζήτησα με τους συνεργάτες μου και ανθρώπους την κρίση των οποίων εμπιστεύομαι, αποφάσισα πριν 5-6 χρόνια να το προτείνω στην Μαρίνα Δανέζη. Εκείνη ενθουσιάστηκε με την ιδέα, και το αποτέλεσμα το βλέπετε κάθε χειμώνα στο Gagarin. Αυτό που θέλαμε από την αρχή ήταν κάτι που να ξεφεύγει από το κλασικό μοντέλο του κινηματογραφικού φεστιβάλ και της διαδικασίας «μπαίνω-κάθομαι-σβήνουν τα φώτα-βλέπω-ανάβουν τα φώτα-σηκώνομαι-φεύγω». Πόσο μάλλον όταν το φεστιβάλ φέρει ένα τόσο βαρύ όνομα, και μια τόσο σημαντική κληρονομιά, ως συνέχεια του οράματος του Νίκου Τριανταφυλλίδη, και πόσο περισσότερο όταν διεξάγεται στο Gagarin. Ακόμα κι αν θέλαμε, δε θα μπορούσε να είναι συνηθισμένο ή βαρετό. Φυσικά στο ξεκίνημά του το GSFF ήταν λίγο διαφορετικό, κάπως υπερφίαλο, αλλά κάθε καινούργια ιδέα χρειάζεται χρόνο για να δοκιμαστεί και να πάρει μορφή. Και σ ’αυτή τη διαδικασία ήταν πολύτιμο το feedback που πήραμε από το κοινό, άμεσα ή έμμεσα. Δεν θέλαμε άλλο ένα event που να απευθύνεται μόνο στους σινεφίλ ή μόνο στους μουσικόφιλους, αποκλείοντας το ένα ή το άλλο μέρος του κοινού, ή κάποιους που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και πιστεύω ότι το έχουμε πετύχει.

© Jo Brent Photography

Ποια είναι η καλύτερη συναυλία που έχεις πάει και γιατί;


Aυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη ερώτηση που θα μπορούσες να μου κάνεις! Για μένα δεν υπάρχει αυτή η έννοια και δε μπορώ να απαντήσω γιατί δεν έχω σκεφτεί ποτέ με αυτόν τον τρόπο, δεν ξέρω με ποια κριτήρια να χαρακτηρίσω μια συναυλία ως την καλύτερή μου ever. Είμαι πιο πολύ της... σχολής High Fidelity σ ’αυτά τα πράγματα, δε μπορώ να πω μία, αλλά θα προσπαθήσω να φτιάξω ένα Τop-5. Όχι από τις καλύτερες, αλλά από τις πιο μοναδικές, κάποιες που (θα) θυμάμαι πάντα, από εκείνες που όταν κάποιος μου κάνει αυτήν την ερώτηση, μου έρχονται αμέσως στο μυαλό. Κάποιες που θα μου μείνουν αξέχαστες, για διάφορους λόγους. Ξέρεις, η ανατριχίλα σε μια συναυλία δεν έχει απαραίτητα να κάνει με την μουσική ή ερμηνευτική αρτιότητα, την τεχνική, τα μοναδικά ηχητικά ή οπτικά εφέ, την παραγωγή. Έχει να κάνει με πάρα πολλά πράγματα. Μπορεί να έχεις δει κάποιον καλλιτέχνη τρεις ή τέσσερις φορές αλλά η πέμπτη να είναι απλά μαγική. Και το αντίστροφο: αν μαγεύτηκες την πρώτη φορά, δε σημαίνει ότι οι επόμενες θα είναι το ίδιο τέλειες μέσα σου. Δεν υπάρχει εξήγηση. Όπως για όλα τα πράγματα, έτσι και για τα live υπάρχει ο σωστός τόπος, ο σωστός τρόπος και το σωστό timing. Κι επειδή ακόμα κι έτσι, τώρα που το σκέφτομαι, θα δυσκολευτώ, παρακαλώ να μου επιτραπεί να φτιάξω δύο Top-5: ένα για εντός και ένα εκτός Ελλάδας. Επειδή κάνω κατάχρηση του χώρου και του χρόνου απαντώντας όπως θέλω και αντί μίας θα αναφέρω δέκα συναυλίες, δεν θα εξηγήσω το γιατί, αλλά θα περιοριστώ στην απλή αναφορά.


Τop 5 εντός Ελλάδας: Rock In Athens (1985), Motorhead (Σπόρτινγκ 1988), Pink Floyd (ΟΑΚΑ 1989), Ramones (Ρόδον 1989), Nick Cave (Ρόδον 1989) και, εκτός συναγωνισμού, κάθε live των Fates Warning τα τελευταία 30 χρόνια.


Top 5 εκτός Ελλάδας: Queensryche (Royal Albert Hall 1995), Tool (Las Vegas 1998), Pumpkins United (Μιλάνο 2017), Pearl Jam (Ρώμη 2018), Rival Sons (Λονδίνο 2019)

Μου ήταν πολύ δύσκολο, χωρίς ίχνος υπερβολής. Αισθάνομαι ότι αφήνω έξω πολλές αγαπημένες συναυλίες και ονόματα όπως οι Guns Ν' Roses, οι Slipknot, οι Suede, οι Stereo MC’s, oι Dream Theater, o Κing Diamond, οι Rammstein, οι Priest, οι Puressence, ο Alice Cooper, οι Therapy?, μεγάλα φεστιβάλ εδώ και αλλού.


Πες μου μία αξέχαστη στιγμή για σένα από την ιστορία του φεστιβάλ


Το Special Acoustic Set των Nightstalker το 2018. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Χωρίς πολλά λόγια. Με διαφορά. Η τέλεια βραδιά, το τέλειο vibe, ένα μοναδικό live, μια μεγάλη μπάντα να γράφει ιστορία. Γιατί τελικά, it’s all about the music. Αυτό είναι το GSFF.


Πόσο δύσκολο είναι να οργανώσετε και προγραμματίσετε το φεστιβάλ εν μέσω πανδημίας; Βρήκατε τη βοήθεια και την υποστήριξη που θα περιμένατε;


Είναι πάρα πολύ δύσκολο, μέσα στην πανδημία, να οργανώσεις και να προγραμματίσεις οτιδήποτε. Θα ήταν πάρα πολύ απλό να μην προσπαθήσουμε καν, απλώς να περιμένουμε να περάσει όλο αυτό, να σκύψουμε για να μη βραχούμε από αυτό το παλιρροϊκό κύμα που έχει σαρώσει τα πάντα, και να επανέλθουμε τον επόμενο χειμώνα. Το GSFF όμως, δομικά, ταίριαζε απόλυτα στις προδιαγραφές επαναλειτουργίας των κλειστών χώρων όπως ανακοινώθηκαν το καλοκαίρι, οπότε με τα τότε δεδομένα δεν υπήρχε λόγος να μην προχωρήσει η φετινή διοργάνωση. Μετά όλα ανατράπηκαν. Και δεν είναι μόνο τα πρωτόκολλα ασφαλείας, η πολύ περιορισμένη χωρητικότητα που δεν αφήνει κανένα απολύτως περιθώριο κέρδους, οι απανωτές αναγκαστικές αλλαγές ημερομηνιών, ο χώρος που είναι κλειστός από τον Μάρτιο και όλοι οι κανόνες που επιβάλλεται να τηρηθούν. Είναι οι αλλαγές στις συμβάσεις για τις ταινίες, οι άνθρωποι που έχουμε κανονίσει να έρθουν από το εξωτερικό και οι κανόνες που σε όλες τις χώρες αλλάζουν διαρκώς, οι μπάντες και οι καλεσμένοι που δεν είναι απαραίτητο να τους βολεύει η νέα ημερομηνία, τα επιπλέον έξοδα για πρόμο.


Όσο για βοήθεια και υποστήριξη, τα μόνα έσοδά μας προέρχονται από τα εισιτήρια, που φέτος, τουλάχιστον με όσα ίσχυαν πριν το νέο lockdown, θα είναι πολύ περιορισμένα. Χορηγίες εν μέσω πανδημίας (αν και, αν με ρωτάς, τέτοια events αποτελούν ευκαιρία, ειδικά στον καιρό που διανύουμε, αλλά αυτή είναι μια άλλη, πολύ μεγάλη και δυσάρεστη συζήτηση). Στήριξη, και μάλιστα έντονη, έχουμε από τα ΜΜΕ, τους χορηγούς επικοινωνίας μας, όπως το breakroom.gr, και σας ευχαριστούμε γι’ αυτό. Το σύνολο των ΜΜΕ έχει αγκαλιάσει το GSFF, με τα σχόλια να είναι πολύ θετικά, ειδικά πριν το φεστιβάλ. Νομίζω όμως ότι, ίσως φταίμε κι εμείς λίγο γι’ αυτό, δεν είναι πολύ ξεκάθαρο ακόμα στα ΜΜΕ αν το GSFF είναι μουσική ή κινηματογράφος, με αποτέλεσμα σχεδόν κανείς, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων αυτά τα χρόνια, να μην ξέρει πώς να το καλύψει και τι είδους review να γράψει.

© Jo Brent Photography

Υπήρξε μία συζήτηση να διατηρηθούν τα live streams ακόμη κι όταν μπορέσουμε να πάμε ξανά σε συναυλίες. Θεωρείς πως μπορεί το live stream μπορεί να αντικαταστήσει την εμπειρία του λάιβ;


Σε καμία περίπτωση. Τίποτα δε μπορεί να υποκαταστήσει την αίσθηση και την εμπειρία του ζωντανού event. Όπως είπα και πριν, είναι η διαδικασία, η τελετουργία αν θέλεις, του να μοιράζεσαι την εμπειρία με τον διπλανό σου. Ακόμα και σε μία κινηματογραφική προβολή. Όλοι πιστεύω, μέσα στο lockdown δοκιμάσαμε να παρακολουθήσουμε κάποιο live stream και έχουμε την δική μας άποψη. Χωρίς να το απορρίπτουμε ως εναλλακτική ή προοπτική, παρά τις δυσκολίες και τις αλλαγές, το streaming δεν υπήρχε ποτέ ως επιλογή για μας. Τα περισσότερα κινηματογραφικά φεστιβάλ στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μεγάλα και μικρά, έγιναν φέτος online. Πρόσφατα το Sundance Festival παρουσίασε τη δική του πλατφόρμα. Όσο old school κι αν ακούγεται, δεν είναι το streaming το μέλλον, μια έκτακτη ανάγκη ήρθε να καλύψει, αφού υπάρχει η τεχνολογία και οι υποδομές, και μετά να επανέλθει όπως ήταν πριν την πανδημία, μία πολύ καλή συμπληρωματική δυνατότητα να φτάσει το event σου σε πολύ περισσότερο κόσμο από όσος χωράει σε ένα venue.


Είναι σημαντικό για εσάς να διεξάγετε το φεστιβάλ σε έναν συναυλιακό χώρο και όχι σε έναν κινηματογράφο;


To Gagarin είναι το σπίτι του GSFF. Δε θα μπορούσε να συμβεί σε κάποιο άλλο χώρο που να υπηρετεί τόσο πολύ και τόσο πιστά το concept. Δε θα ένιωθε άνετα σε έναν κινηματογράφο. Εξάλλου το φεστιβάλ γεννήθηκε κι ανδρώθηκε εκεί από τον Νίκο Τριανταφυλλίδη και συνεπώς, στην τωρινή του μορφή δε θα μπορούσε παρά να διεξάγεται στο Gagarin. Ακόμα και φέτος, με τα τόσα προβλήματα, δεν υπήρχε περίπτωση να πάμε «εκτάκτως» κάπου αλλού.


Θεωρείς πως τα μουσικά ντοκιμαντέρ είναι υποτιμημένα από πολύ κόσμο; Υπό την έννοια πως υπάρχουν αρκετοί που αρκούνται στο δίσκο ή στη μπάντα, χωρίς να ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα.


Δεν είναι απαραίτητο να θέλεις να μάθεις περισσότερα για τον αγαπημένο σου καλλιτέχνη, μουσικό είδος, εποχή, ή να θες να το κάνεις αυτό μέσα από μια ταινία. Αν το μουσικό ντοκιμαντέρ είναι όντως υποτιμημένο, αυτό ίσως να οφείλεται στο ότι υπήρξε ένα είδος για λίγους όπως είπα και πριν, και στο ότι όσοι το υποτιμούν δεν του έχουν δώσει δεύτερη ευκαιρία. Από την άλλη, υπάρχει και μια αρκετά μεγάλη μερίδα που προτιμά να αγοράζει ή να κατεβάζει live DVD και όχι ντοκιμαντέρ ή concert movies.


Γιατί διαλέξατε τους στίχους από το κομμάτι των Rolling Stones για να βαφτίσετε το φεστιβάλ; Τι το ξεχωριστό έχει αυτό το κομμάτι για εσάς;


Το όνομα το είχε διαλέξει ο Νίκος Τριανταφυλλίδης. Εμείς απλώς, όταν φτάσαμε στο σημείο να βαφτίσουμε το νέο εγχείρημα, δε χρειάστηκε να ψάξουμε πολύ ούτε να κοιτάξουμε μακριά. Το όνομα ήταν μπροστά μας, στην αφίσα του πρώτου GSFF που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο, πίσω από την Μαρίνα. Δεν πρόλαβα δυστυχώς να ρωτήσω τον Νίκο γιατί έδωσε τον συγκεκριμένο τίτλο στο φεστιβάλ, αλλά αν με ρωτάς κατά πόσο αυτός είναι ο κατάλληλος για το φεστιβάλ σήμερα, θα ήθελα πάρα πολύ να γινόταν το GSFF τόσο εμβληματικό όσο αυτό το κομμάτι, και κάποιος να το περιέγραφε με τα λόγια του Newsweek 51 χρόνια πίσω: “Ecstatic, ironic, all-powerful, an erotic exorcism for a doomed decade”.


Ποια είναι τα πέντε μουσικά ντοκιμαντέρ που πρέπει να έχει δει κάποιος για εσένα;


Δεν ξέρω αν είμαι ο πιο ειδικός για να πάρω την ευθύνη να απαντήσω συνολικά, συνεπώς αν μου επιτρέπεις θα σου πω τα πέντε μουσικά ντοκιμαντέρ από τέσσερα χρόνια GSFF που δεν πρέπει να χάσει κάποιος:


Scream For Me Sarajevo: Απλά συγκλονιστικό. Ένας ύμνος στη δύναμη της μουσικής.


Desert Age: Για να καταλάβουμε ακριβώς τι συνέβη στην έρημο, πώς πότε και γιατί.


Greek Rock Revolution: Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει γύρω μας.


Η Εποχή της Άρνησης του Θανάτου: Για να καταλάβουμε γιατί συμβαίνει όλο αυτό γύρω μας (ως ένα είδος “prequel” του προηγούμενου).


Songs For While I’m Away: Γιατί ο Phil ήταν ένας πάρα πολύ μεγάλος καλλιτέχνης και ένας πάρα πολύ ευαίσθητος άνθρωπος.


To Breakroom.gr είναι περήφανος χορηγός του GSFF και έχει δημιουργήσει έναν ειδικό χώρο αφιερωμένο στο φεστιβάλ, εκεί όπου μπορείτε να βρείτε πληροφορίες, συνεντεύξεις, και αφιερώματα από σήμερα, μέχρι και το πέρας του φεστιβάλ.

Όταν η alternative δεν είναι η εναλλακτική σου​

  • Facebook
  • Instagram
  • Spotify
  • YouTube
  • Twitter

©2020 by Breakroom