Οι Bullet For My Valentine θα σε κάνουν να περάσεις καλά


Τέσσερις συμφοιτητές μουσικής του Bridgend College αποφασίζουν να στήσουν μία μπάντα. Πρόκειται για τους Matthew Tuck, Michael Paget, Nick Crandle και Michael Thomas. Ξεκινάνε, όπως όλες οι μπάντες του κόσμου, να παίζουν διασκευές. Το ημερολόγιο γράφει 1998, και όπως είναι απόλυτα φυσικά κυρίως διασκευάζουν Nirvana και Metallica. Γράφουν και κάποια δικά τους τραγούδια τα οποία τάσσονται με το nu metal κύμα της εποχής. Αν ακούσει κάποιος αυτές τις πρώτες συνθέσεις των Jeff Killed John, θα διακρίνει την επιρροή που είχαν στον ήχο τους οι Korn και Limp Bizkit.


Γράφει ο Μάρκος Σκυριανός


Βλέποντας ότι «το έχουν», αποφασίζουν να κυνηγήσουν το κάτι παραπάνω. Το δεύτερο ΕΡ που κυκλοφόρησαν ήταν ένα promo CD στην ουσία, το οποίο στάλθηκε σε διάφορες δισκογραφικές, σε αναζήτηση ενός συμβολαίου. Οι Jeff Killed John ήταν καλοί σε αυτό που έκαναν, και δύο σημαντικά ονόματα στο χώρο της μουσικής βιομηχανίας τους κατέθεσαν προτάσεις. Πριν όμως συμβεί αυτό, έχουν αποφασίσει να αλλάξουν τον ήχο τους προς έναν «heavy metal ήχο με αρμονίες στις κιθάρες και μεγάλα αγγελικά ρεφραίν», και να αλλάξουν το όνομα της μπάντας σε Bullet For My Valentine (BFMV εν συντομία, κάτι που δεν μου αρέσει καθόλου και δεν θα ξαναγράψω).


Οι εταιρείες που έκαναν τις καλύτερες προτάσεις ήταν η Roadrunner Records και η SONY/BMG. Το συγκρότημα αποφάσισε να υπογράψει με τη SONY/BMG ένα συμβόλαιο για πέντε δίσκους γιατί «πίστευαν ότι θα τους ανοίξει περισσότερες πόρτες». Βέβαια, όταν το πρώτο σου συμβόλαιο είναι με τη SONY/BMG, πόσες περισσότερες πόρτες μπορεί να ανοίξουν μπροστά σου;


Το 2005 κυκλοφορεί ο πρώτος τους full length δίσκος, The Poison. Η συνταγή είναι thrash riffs στην πλειοψηφία των τραγουδιών, με σκισμένα φωνητικά στα κουπλέ και καθαρά φωνητικά στα ρεφραίν. Ακόμα είμαστε στο 2005 και δεν υπάρχουν εκεί έξω 3242632 συγκροτήματα που κάνουν το ίδιο, οπότε όπως καταλαβαίνετε αυτό που έκαναν οι Bullet For My Valentine φαίνεται πολύ ενεργητικό και εύστοχο. Είμαστε και μεταξύ δύο δίσκων των Machine Head (Through The Ashes Of Empires και The Blackening) που έχουν κάνει μία αντίστοιχη μεταστροφή στον ήχο τους πατώντας περισσότερο στο thrash, οπότε υπάρχει η κατάλληλη αγορά, που σημαίνει και η απαραίτητη ζήτηση. Όμως, δεν είναι μόνο οι συγκυρίες ή το καλά προμελετημένο σχέδιο της SONY/BMG. Οι Bullet For My Valentine στον πρώτο τους δίσκο παρουσιάζονται απίστευτα ώριμοι. Φιλτράρουν τις επιρροές τους σωστά και παίρνουν από την κάθε μία από αυτές τα στοιχεία που τους ταιριάζουν περισσότερο.


Ο δίσκος ακολουθείται από περιοδεία και εμφανίσεις είτε δίπλα σε τεράστια ονόματα σε μεγάλα festivals, είτε ως headliners σε μεσαία προς μεγάλα festivals, συν τις stand alone εμφανίσεις τους. Το εντυπωσιακό με την πορεία τους είναι πως αυτό συνεχίζεται μέχρι και σήμερα αδιάκοπα. Μέχρι να φτάσουμε στο 2008 και να κυκλοφορήσουν τον δεύτερο δίσκο τους, Scream Aim Fire. Αυτός ο δίσκος είναι πολύ πιο επιθετικός και metal-ίζον από τον προηγούμενο. Ταυτόχρονα όμως εμφανίζει ακόμα πιο ξεκάθαρα το metalcore ύφος της μπάντας. Ειδικά σε τραγούδια όπως το 'Hearts Burst Into Fire', όπου τα φωνητικά παραπέμπουν μέχρι και σε college rock.


Κάπου εδώ οι Bullet For My Valentine παρατηρούν έναν διχασμό που προκαλούν άθελά τους. Έχουν ακροατές που δεν έχουν καμία σχέση με τη metal μουσική, οι οποίοι θέλουν περισσότερα core στοιχεία στον ήχο της μπάντας, και περισσότερα τραγούδια τύπου 'Hearts Burst Into Fire' και 'Tears Don’t Fall' από το ντεμπούτο τους. Όμως, επειδή δεν πρόκειται για το κλασικό metalcore συγκρότημα με τον τραγουδιστή με το σκισμένο μπλουζάκι που κρατάει με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο το μικρόφωνο, έχουν και κοινό που είναι ξεκάθαρα metal-άδες. Οι δεύτεροι λοιπόν, ζητάνε περισσότερα metal στοιχεία, γιατί ακούνε πολλά μοντέρνα thrash riffs στα τραγούδια τους.


Φτάνουμε στο 2010 και την κυκλοφορία του Fever. Για πάρα πολλές μπάντες ο τρίτος δίσκος τους είναι ο πιο σημαντικός. Είναι ο δίσκος που ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα σχετικά με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της μπάντας. Οι Bullet For My Valentine παρουσιάζονται συνεπείς. Συνεχίζουν στην ίδια πορεία. Η πλειοψηφία των τραγουδιών του δίσκου είναι ενεργητικά και γρήγορα, τα riffs συνεχίζουν να πατάνε πάνω στις διδαχές του thrash, αν και αυτή τη φορά έχουν περισσότερα στοιχεία από την δεύτερη περίοδο των Metallica, και τα φωνητικά συνεχίζουν να είναι «αγγελικά», αν και τα core φωνητικά είναι λιγότερα συγκριτικά με προηγούμενες κυκλοφορίες.


Ταυτόχρονα συνεχίζουν να εμφανίζονται παντού σε όλο τον πλανήτη, στο Mayhem Festival, στο Download, στο Sonisphere όπου ήρθαν και στην Ελλάδα μαζί με Big 4, Stone Sour και Suicidal Angels. Και το συμβόλαιο με τη SONY/BMG τρέχει και φτάνει στον τέταρτο δίσκο της συμφωνίας, ο οποίος κυκλοφορεί το 2013 και τιτλοφορείται Temper Temper. Ο τέταρτος δίσκος τους όμως δεν συνοδεύεται από την ίδια επιτυχία όπως οι προηγούμενοι τρεις. Πάει καλά στις πωλήσεις αλλά η αλήθεια είναι πως το συγκρότημα ακούγεται κουρασμένο και «βολεμένο». Πρόκειται για έναν δίσκο που πατάει σε όλα τα πετυχημένα στοιχεία των προηγούμενων χωρίς όμως να τα πηγαίνει μπροστά, χωρίς να τα εξελίσσει.


Φυσικά, όλα αυτά τα είδε και τα κράτησε ο Matthew Tuck. Και έτσι, όταν ξεκίνησαν οι δηλώσεις και οι συνεντεύξεις για τον επόμενο δίσκο, ο ίδιος δήλωνε συνεχώς ότι το thrash στοιχείο θα επιστρέψει στις συνθέσεις του επόμενου δίσκου. Ο επόμενος δίσκος ονομάστηκε Venom και κυκλοφόρησε το 2015. Αν ακολουθήσετε τη δισκογραφία διαβάζοντας αυτό εδώ το κείμενο θα διαπιστώσετε ότι με το που ξεκινάει ο δίσκος με το εισαγωγικό 'V' και το 'No Way Out', ότι οι Bullet For My Valentine ακούγονται τσαντισμένοι. Και δείχνουν να έχουν γράψει έναν δίσκο που θα τα πάρει όλα «παραμάζωμα». Επίσης, έχουν επιστρέψει και τα core φωνητικά στις συνθέσεις. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αποφάσισαν να επιστρέψουν στον διχασμό των πρώτων τριών δίσκων, αλλά η αλήθεια είναι ότι αυτό το «υβρίδιο» thrash και metalcore τους πήγαινε πολύ καλύτερα από το πιο mild ύφος που παρουσίασαν με τον Temper Temper.


Με την κυκλοφορία του Venom, ολοκληρώθηκε και το συμβόλαιο που είχαν υπογράψει από την αρχή της καριέρας τους με τη SONY/BMG. Και η επόμενη εταιρεία που τους ενέταξε στο roster της είναι η Spinefarm. Μία αμιγώς metal δισκογραφική. Προσωπικά όταν ενημερώθηκα για αυτή τη συμφωνία πίστεψα ότι οι Bullet For My Valentine αποφάσισαν να ενδώσουν στο metal κοινό τους και να πάρουν μία σαφή θέση στο διχασμό που είχαν (άθελά τους) προκαλέσει στους ακροατές τους. Για αυτό και δεν κατάλαβα ποτέ τον επόμενο δίσκο τους, Gravity, που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2018.


Οι συνθέσεις είναι πιο απλές (και οριακά απλοϊκές) που έχουν παρουσιάσει ποτέ οι Bullet For My Valentine. Τα πλήκτρα που έχουν προστεθεί σε πολλά σημεία των τραγουδιών δημιουργώντας κάποιες πλάτες, ακούγονται τελείως παράταιρες. Μοιάζει σαν να προσπάθησαν να ενσωματώσουν στοιχεία από τον ήχο συγκροτημάτων όπως οι Linkin Park. Και δημιουργούνται φυσικά ερωτήματα. Με το βασικότερο να είναι το «γιατί». Προσπάθησαν να ανοιχτούν και σε άλλο κοινό; Προσπάθησαν να παρουσιάσουν τραγούδια πιο radio friendly; Ή είναι απλά ένας πειραματισμός που δεν πέτυχε και δεν θα επαναληφθεί; Για το τελευταίο η απάντηση θα δοθεί από τον επόμενο δίσκο, όταν κυκλοφορήσει αυτός. Για την ώρα, ο Tuck δείχνει πάλι να έχει «πάρει το μήνυμα», μιας και στα setlist τους, σε σύνολο 11-12 τραγουδιών μόνο δύο είναι από τον τελευταίο δίσκο τους. Και μιλάμε για live εμφανίσεις στα πλαίσια προώθησης αυτού του δίσκου. Ακόμα και οι Metallica όταν κυκλοφόρησαν το St. Anger, περισσότερα τραγούδια του έπαιζαν live.