• Νίκος Παπανικολάου

Η μέρα που ο Μαραντόνα έμαθε στον κόσμο τους Opus


Ήταν το 1989, στο Μόναχο, όταν η Νάπολι έκανε προθέρμανση πριν αναμετρηθεί με τη Μπάγερν Μονάχου. Όλες οι κάμερες έκαναν ζουμ στον Ντιέγκο Μαραντόνα, ο οποίος ζεσταινόταν μαζί με τους συμπαίκτες του. Εκείνη τη στιγμή, τα ηχεία αρχίζουν να παίζουν το 'Live Is Life' των άσημων κατά τ' άλλα Opus, οι οποίο στην καριέρα τους δε χάρισαν άλλο διάσημο κομμάτι. Ο Μαραντόνα, ακούγοντας τις νότες, άρχισε να χορεύει - μαζί με τη μπάλα - και να τραγουδάει, χαρίζοντας μας την πιο εικονική προθέρμανση σε ποδοσφαιρικό παιχνίδι, και στους Opus ένα εισιτήριο στην αιωνιότητα, ως τη μπάντα "με εκείνο το κομμάτι από την προθέρμανση του Μαραντόνα".

Τι ήταν τελικά ο Ντιέγκο; Ήταν άνθρωπος ή χορευτής; Ήταν ποδοσφαιριστής ή είδωλο; Ήταν κάτι απ' όλα αυτά; Ήταν όλα αυτά; Κανείς δε μπορεί να δώσει μία καθαρή απάντηση. Γιατί ο καθένας τον είχε ως κάτι διαφορετικό στο μυαλό του. Η λέξη Μαραντόνα έγινε μία έννοια που εκτινόταν από το ποδόσφαιρο, μέχρι τις κοινωνικές πάλες, το σοσιαλισμό, την κοκαΐνη, τα ανθρώπινα πάθη. Και ο ίδιος, αν και θεός για πολλούς, δε θεώρησε ποτέ τον εαυτό του κάτι τέτοιο. Κι αν λάτρεψε ένα πράγμα παραπάνω από τις καταχρήσεις, αυτό ήταν το ποδόσφαιρο. Εκεί όπου ο Ντιέγκο, για ενενήντα λεπτά, ζούσε τον απόλυτο έρωτα. Μέχρι το τελικό σφύριγμα. Στο γκολ του με την Αγγλία, στον τελικό του Μουντιάλ του 1986, θα μπορούσε κάποιος να κάνει mute την περιγραφή, και να το συνοδεύσει με κλασική μουσική. Και θα δέσει αρμονικά. Σαν όντως να έπαιζε μουσική και ο ίδιος να χόρευε ανάμεσα από τους παίχτες της Αγγλίας. Στο ίδιο παιχνίδι είχε μπει και το γκολ με το Χέρι Του Θεού. Αλλά λίγη σημασία έχει. Γιατί εκείνο το σόλο, τα έσβησε όλα.

"Ο πατέρας μου με έκανε να αγαπήσω τη Νάπολι. Για πολύ καιρό υποστήριζα την ομάδα, χωρίς να ξέρω πολλά γι' αυτήν. Μόνο όταν ήρθε ο Μαραντόνα άρχισα να ασχολούμαι σοβαρά. Τότε δεν είχα κάποιο εισόδημα για να μπορώ να πάω σε παιχνίδια, και δεν είχαμε πάει στην οικογένεια μου στη Νάπολι, απ' όταν ήμουν παιδάκι, οπότε υποστήριζα την ομάδα από απόσταση. Κι όλα αυτά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '80, όταν άρχισα να βγάζω αρκετά λεφτά για να πάω εκεί. Φυσικά, πήγα στη Νάπολι την επόμενη μέρα που έπιασαν τον Μαραντόνα με κοκαΐνη. Ήταν το πρώτο μου παιχνίδι, 1-1 με την Ίντερ, αλλά ήμουν τόσο στεναχωρημένος γιατί ήθελα να δω τον Μαραντόνα να παίζει," είχε πει κάποτε ο Robert Del Naja των Massive Attack. Δεν έχει σημασία αν είχες δει το Maradona να παίζει ή όχι. Φτάνει να έχεις δει βίντεο. Σχεδόν όπως με τόσους μουσικούς που δεν καταφέραμε να δούμε, ωστόσο αυτό δε μας απέτρεψε από το να τους αγαπήσουμε για πάντα και να τους νιώθουμε κάτι πολύ δικό μας.

Πολλοί όμως - και ο ίδιος ακόμη - θα πουν για τα πάθη του. Όταν η Αργεντινή έπαιξε με την Ελλάδα στο Μουντιάλ του 1994, ο Μαραντόνα σκόραρε το δεύτερο γκολ της Αργεντινής και έτρεξε μπροστά στην κάμερα, αφηνιασμένος, ουρλιάζοντας και φτύνοντας την κάμερα. Λίγο μετά θα πιανόταν ντοπέ με κοκαΐνη. Αυτή ήταν και η τελευταία μεγάλη του ποδοσφαιρική παράσταση. Όμως ο κόσμος δε θυμάται αυτόν τον Μαραντόνα. Ούτε τον Μαραντόνα που πήγαινε σε φιέστες του Ολυμπιακού, ούτε τον Μαραντόνα που βολόδερνε δεξιά κι αριστερά σε πάγκους ομάδων αμφιβόλου ποιότητας και ιστορίας. Ο κόσμος θυμάται τον Μαραντόνα που πήγε να παίξει σε ένα γήπεδο - χωράφι, έξω από τη Νάπολι, για να μαζέψει λεφτά για ένα άρρωστο παιδί. Ο κόσμος θα θυμάται τον Μαραντόνα να μιλάει για σοσιαλισμό με τον Φιντέλ Κάστρο και να ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο, πιο δίκαιο για τους αδύναμους. Άλλωστε πάντα σε αυτών το πλευρό ήταν. Οι οπαδοί τη Μπόκα και της Ρίβερ αγκαλιάστηκαν στο άκουσμα του θανάτου του. Ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να κατευνάσει ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά μίση στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Στο βιβλίο του Τα Χίλια Πρόσωπα Του Ποδοσφαίρου, ο Εντουάρδο Γκαλεάνο έγραφε για τον Ντιέγκο Μαραντόνα πως "ο μηχανισμός της εξουσίας τον είχε στο μάτι. Αυτός τους τα έσουρνε έξω από τα δόντια, αυτή η συμπεριφορά έχει το τίμημά της, η τιμή πληρώνεται τοις μετρητοίς και χωρίς έκπτωση. Και ο ίδιος ο Μαραντόνα τούς έκανε δώρο τη δικαιολογία, εξαιτίας αυτής της αυτοκτονικής του τάσης να προσφέρεται στο πιάτο στους πολλούς εχθρούς του και εξαιτίας αυτής της παιδικής ανευθυνότητας που τον σπρώχνει να πέσει σε όποια παγίδα του στήσουν. Οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι, που τον κυνηγάνε με τα μικρόφωνά τους, τού προσάπτουν την αλαζονεία του και τα ξεσπάσματα θυμού του, και τον κατηγορούν ότι μιλάει υπερβολικά. Δεν έχουν άδικο αλλά δεν είναι αυτό που δεν μπορούν να του συγχωρήσουν, στην πραγματικότητα δεν τους αρέσουν αυτά που λέει μερικές φορές". Ο Μαραντόνα ήταν ακριβώς αυτό. Ένας άνθρωπος που πήγε κόντρα στην εξουσία - ποδοσφαιρική και μη - και η εξουσία τον χτύπησε εκεί που πονούσε. Στις καταχρήσεις του. Σε ένα ποδόσφαιρο που ήθελε καλογυαλισμένους yes men της FIFA, o Μαραντόνα έδινε τις απαντήσεις του στο γήπεδο. Και ενίοτε εκτός αυτού.

Στην τελική σούμα, ο Μαραντόνα σίγουρα κέρδισε. Αν όχι τη μάχη του με το κατεστημένο, σίγουρα κέρδισε τις καρδιές των λαϊκών ανθρώπων. Των μεροκαματιάρηδων και των αιώνια καψούρηδων με τη μπάλα. Από το χορό εκείνο το παγωμένο απόγευμα στο Μόναχο, στον χορό στο Αζτέκα το 1986, μέχρι τον τελευταίο χωρό στην Αμερική, το 1994, ο Ντιέγκο Μαραντόνα έδειξε πως το ποδόσφαιρο μπορεί να γίνει χωρός, οι ιαχές μουσική, και ο θάνατος ένα αστείο.