Η επιστροφή του Borat στην Αμερική της πόλωσης


Το ζοφερό τοπίο των τελευταίων μηνών για τον κινηματογράφο, ένα μπαράζ αναβολών για πρεμιέρες διάσημων ταινιών που διασπάστηκε προσωρινά μόνο από την κυκλοφορία του Tenet, ήρθε να φωτίσει μια απρόσμενη επιστροφή.


Γράφει ο Άλκης Νικομάνης


Με ταχύτατες διαδικασίες προώθησης, ο πασίγνωστος κωμικός - ηθοποιός - φαρσέρ και εν γένει προβοκάτορας Sacha Baron Cohen ανέστησε το γνωστότερο ίσως χαρακτήρα που είχε δημιουργήσει, για μια ταινία αναπόφευκτα επηρεασμένη από το κλίμα των ημερών στην Αμερική: Κορονοϊός, εκλογές, σκάνδαλα και ξενοφοβία. Λίγες μόλις μέρες μετά, όλοι έχουν κάτι να πουν για αυτή. Στη μία πλευρά του ρινγκ, όσοι βλέπουν ακόμα ένα αριστούργημα. Στην άλλη μάλλον βρίσκεται ο ίδιος ο (Mc)Donald Trump, ο πρόεδρος που πλήττεται σαφώς περισσότερο από όλους από την κυκλοφορία του έργου, ο οποίος για πρώτη φορά δείχνει να αντιδρά ως “snowflake” αποκαλώντας το δημιουργό της ταινίας ως «μη αστείο φρικιό» για να υπερασπιστεί τον εαυτό του από τη δύναμη… της κωμωδίας. Σε τι καιρούς έχουμε φτάσει;


Ας θυμηθούμε για αρχή το πρώτο Borat


Όταν πρωτοβγήκε στο μακρινό 2006, το Borat (Cultural Learnings of America for Make Benefit Glorious Nation of Kazakhstan), ήταν μία ταινία που αναμφίβολα δημιούργησε πολλά άβολα συναισθήματα σε όσους την είδαν και σε όσους ακούσια συμμετείχαν σε αυτή. Χρησιμοποιώντας την τεχνική του mockumentary, δηλαδή γυρισμένη σαν ένα ψευδο-ντοκιμαντέρ έμοιαζε περισσότερο με μια σειρά από περίτεχνα στημένες φάρσες σε βάρος ανυποψίαστων περαστικών, παρά με μία γραμμική (ή έστω, μη γραμμική κύριε Nolan) αφήγηση μιας ιστορίας. Ένας δημοσιογράφος από το Καζακστάν, που είχε ελάχιστη επαφή με προϊόντα του δυτικού πολιτισμού, ξεκινά ένα ταξίδι στην Αμερική για να λάβει πολύτιμα μαθήματα περί του δυτικού τρόπου σκέψης και να επιστρέψει στην πατρίδα του για να τη βελτιώσει. Απλά στην πορεία εμφανίζεται ο έρωτας, μετατρέποντας το εν λόγω ταξίδι σε μια αγωνιώδη αναζήτηση της γοητευτικής Pamela Anderson.


Ακούγεται τρελό; Κι όμως αυτό δεν είναι παρά ένας πολύ γενικός σκελετός του σεναρίου, ο οποίος μετά βίας καλύπτει είκοσι λεπτά από τη διάρκεια της ταινίας. Όλο το υπόλοιπο οδοιπορικό διαμορφώνουν οι αλληλεπιδράσεις του με ορισμένα ιδιαίτερα γκρουπ αμερικανών πολιτών που εν αγνοία τους εκθέτουν τις ακραίες, ορισμένες φορές απόψεις τους, για να τις δει όλος ο υπόλοιπος κόσμος.


Είδαμε μεταξύ άλλων τον Borat να ενθαρρύνει μια πατριωτική συγκέντρωση σε ροντέο λίγο πριν σατιρίσει , προς έκπληξή τους, με ένα δικό του «εθνικό ύμνο» τα ίδια τα θεμέλια της υπερηφάνειας του κοινού του. Τον είδαμε να λαμβάνει μαθήματα αστικού καθωσπρεπισμού προξενώντας πάντα αμηχανία στους δασκάλους του. Τον παρακολουθήσαμε να διδάσκεται από συμμορίτες της γλώσσα του δρόμου και λίγο αργότερα να ασπάζεται τα διδάγματα μιας χριστιανικής κοινότητας. Τέλος, στην ίσως θρυλικότερη σκηνή της ταινίας τον είδαμε να καταγράφει σε μία μόλις σκηνή καθώς «δενόταν» με μια πανεπιστημιακή αδελφότητα, το μισογυνιστικό, ρατσιστικό (και πολλά ακόμα αρνητικά πλην ταιριαστά κοσμητικά...) οχετό που μπορεί να κρύβει κάποιος μέσα του. Πιο συγκεκριμένα, τον οχετό που εμμέσως οδήγησε στην δεύτερη ταινία, στις πρόσφατες δηλώσεις του Trump εναντίον του και σε όλες τις συνέπειες που ήδη ανέφερα και θα αναλύσω ξανά.

Είναι στο τέλος της ημέρας το πρώτο Borat μια από τις καλύτερες κωμωδίες εκεί έξω; Ο καθένας έχει τη δική του απάντηση, αυτό είναι ένα μειονέκτημα που για πάντα θα αντιμετωπίζει η κωμωδία εκεί έξω: Αντίθετα με το δράμα του οποίου η κορυφή είναι φανερή και ομολογείται από όλους, η κωμωδία δεν μπορεί να κάνει τους πάντες να συμφωνήσουν. Κάποιοι θα γελάσουν, κάποιοι όχι, κάποιοι παρότι δε θα γελάσουν, θα εκτιμήσουν το μήνυμά της και το υποκειμενικό στοιχείο αναπόφευκτα θα διεισδύσει. Δεν υπάρχει πιο κατάλληλος άνθρωπος να κρίνει την αξία της κωμωδίας από εσένα, καμία λίστα προτάσεων δε θα το αλλάξει αυτό και τα είδη της κωμωδίας είναι αμέτρητα. Μέχρι και ο Adam Sandler ενώ έχει ξεχάσει από πότε έχει να δει καλή κριτική σε ταινία του. έχει κοινό που γεμίζει γήπεδα για πάρτη του και κάνει τις ταινίες του νούμερο ένα σε streams.


Το Borat Subsequent Moviefilm


Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας για την αξία της φετινής συνέχειας του Borat, πρέπει να ξεκινήσουμε από δύο παραδοχές. Πρώτον, το νέο Borat διαφέρει. Έχει άλλη δομή, έχει κι αυτό τις φάρσες και τους αυτοσχεδιασμούς του αλλά το σενάριο είναι πάντα εκεί για να το επαναφέρει σε τροχιά. Κοινώς: έχει προορισμό, ξέρει που θέλει να βρεθεί στο τέλος. Δεύτερον, η συγκυρία κατά την οποία γυρίστηκε και βγήκε, δεν είναι τυχαία.


Το Borat 2 (Delivery of Prodigious Bribe to American Regime for Make Benefit Once Glorious Nation of Kazakhstan) είναι μια πολύ πιο συγκεκριμένη ταινία από τον προκάτοχό του. Ενώ εκείνο ήταν μια (κωμική έστω) μελέτη πάνω στους διαφορετικούς ανθρώπους που συμβιώνουν στην αχανή χώρα των Η.Π.Α. γενικώς, για τους ανθρώπους και τις νοοτροπίες που θα συναντήσεις όποτε κι αν την επισκεφθείς, το sequel είναι σαφέστατα μια ταινία για την Αμερική της εκλογικής πόλωσης και του κορονοϊού. Ως τέτοια, πολύ φοβάμαι ότι δεν έχει το ίδιο αδρά περιθώρια ούτε κωμικής κληρονομιάς, ούτε και διήγησης της ιστορίας του. Κοινώς, αν θέλετε να δείτε το Borat 2, καλό είναι να το δείτε όσο συντομότερα μπορείτε.


Η ιστορία του νέου Borat είναι η αποστολή του ομώνυμου χαρακτήρα να προσφέρει μία φιλική δωρεά στους αμερικανούς αρχηγούς, για να εξιλεωθεί για τον εξευτελισμό της χώρας του το 2006 και να οικοδομήσει τις σχέσεις της με τους ισχυρούς αυτού του κόσμου. Όμως ο Borat, έχοντας αφοδεύσει μπροστά από τον Πύργο Trump στην προηγούμενη ταινία (τόσο μπροστά έβλεπε), δε μπορεί πλέον να επισκεφθεί τον πρόεδρο οπότε αρχίζει να πλαγιοκοπεί τους έμπιστους του, Pence και Giuliani. Εμπόδια του είναι οι εξής δύο περιστάσεις: είναι πλέον διάσημος στην Αμερική και η μονάκριβη κόρη του, Tutar, τον έχει ακολουθήσει κρυφά.


Το νέο Borat έχει διπλή φύση και αυτό πρέπει να του αναγνωριστεί. Αφενός είναι sequel κι έτσι πρέπει να υπακούσει σε μερικούς κανόνες. Να δείξει ότι αναγνωρίζει μια συνέχεια σε σχέση με το προηγούμενο, να γίνει πιο εντυπωσιακό, να δικαιολογήσει την ύπαρξη του οδηγώντας σε ένα status quo διαφορετικό από αυτό που είχε διαμορφωθεί με την προηγούμενη ταινία. Αυτά όλα τα επιτυγχάνει με έμφαση στη λεπτομέρεια: τα θεραπευτικά gypsy tears, οι αναφορές στον θρυλικό του κάμεραμαν Azamat, οι γείτονες του Borat στο Καζακστάν, το επιφώνημα “wawaweewa”, το αρκετά πρωτότυπο τέλος του, δένουν μια ταινία που ξέρει ακριβώς ποια κληρονομιά συνεχίζει.


Αφ’ ετέρου, ξέρει ότι δε μπορεί να τα κάνει όλα με τον ίδιο τρόπο. Ο χαρακτήρας του Borat ως φαρσέρ, έχει επισήμως «καεί». Όλοι ξέρουν ποιος είναι, όλοι του μιλούν υποψιασμένοι, αντί να τον αποφεύγουν όπως παλιά, όλοι επιζητούν να συμμετάσχουν στην ταινία του. Σε αυτό το σημείο ο Sacha Baron Cohen αφού έκανε μερικές δοκιμές για να διαπιστώσει πόσο καλά θα έπρεπε να μεταμφιεστεί πριν τον αναγνωρίσουν, κατέληξε σε ένα αποτέλεσμα αρκετά παράταιρο κατά το οποίο η ίδια η εμφάνιση του Borat, το κοστούμι, το σγουρό μαλλί και το μουστάκι, οριακά εμφανίζεται σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Μεταμφιέζεται διαρκώς κρατώντας μόνο την προφορά και τον τρόπο ομιλίας. Είναι αυτό το σημείο στο οποίο το νέο Borat αρχίζει να θυμίζει λίγο περισσότερο ένα τριπλό επεισόδιο της πρόσφατης επεισοδιακής σειράς του Cohen, “Who Is America”.


Το Who Is America και η μεροληψία του Baron Cohen


Στα μόλις επτά επεισόδια του Who is America, το οποίο κατά τη γνώμη μου συνιστά τη δημιουργική έκρηξη των ταλέντων του Cohen, αξιοποίησε τέσσερεις ή πέντε μεταμφιέσεις για να έρθει σε επαφή με τα βασικότερα κομμάτια της αμερικανικής κοινωνίας όπως η θρησκεία, η ισλαμοφοβία, η ξενοφοβία, η κουλτούρα των fake news και η υπεράσπιση της οπλοκατοχής. Αυτή του η δουλειά τον φέρνει πολύ συχνά πρόσωπο με πρόσωπο με κορυφαία πρόσωπα της αμερικανικής πολιτικής όπως τον πρώην αντιπρόεδρο και υπέρμαχο των βασανιστηρίων Dick Cheney και τον δις υποψήφιο για την προεδρία Bernie Sanders. Από ακούσια λογοπαίγνια μέχρι πλήρη έκθεση του προσωπείου τους, όλα τα θύματά του έχουν λόγους να θυμούνται το λάθος που έκαναν να τον εμπιστευτούν.


Πιστεύω πάντως πως, αν θέλουμε να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, οι φωνές που θέλουν τον Cohen να μεροληπτεί στη νέα του ταινία κατά των Ρεπουμπλικάνων, οπαδών και πολιτικών, έχουν βάση. Ιδιαίτερα η ζημιά στη φήμη του Rudy Giuliani, δικηγόρου και φίλου του Trump, που ανίδεος για τη φάρσα εις βάρος του φαινόταν έτοιμος να προχωρήσει σε ακατάλληλες πράξεις με την Tutar, (δηλαδή την ενήλικη ηθοποιό στην πραγματική ζωή πλην έφηβη δημοσιογράφο στο context του ρόλου της Maria Bakalova) θα του επιφέρει το δίχως άλλο μια ακόμα αγωγή εκατομμυρίων, από αυτές που έχει αντιμετωπίσει με επιτυχία στο παρελθόν. Δεν έχει αφήσει όμως την αντίπαλη παράταξη στο απυρόβλητο κατά τη διάρκεια της καριέρας του. Απλά ο Cohen είχε πιο συγκεκριμένο στόχο με αυτή την ταινία. Ίσως για αυτό δε θα μπορέσει να σκαρφαλώσει ποτέ τόσο ψηλά όσο ο προκάτοχός της στη λίστα με τα «κλασικά».


Με τα δικά του λόγια, η νέα ταινία είναι “very nice” ενώ η προηγούμενη άγγιξε το “great success”. Προσωπικά προτρέπω τον οποιοδήποτε να τον ακολουθήσει, έστω με τη δική του καχυποψία. Οι φωνές που βλέποντας αυτή την καταιγίδα ανθρώπινης βλακείας θα πουν, για παράδειγμα, «ναι μεν, αλλά για τους δημοκρατικούς δε λέει τίποτα», περιττεύει ακόμα και να υποθέσουμε ότι τον αγγίζουν.


Προσβλητική κωμωδία στην εποχή της πολιτικής ορθότητας…


Στο τέλος της ημέρας είναι εύκολο απλά να υμνήσεις ή να κατακεραυνώσεις την κωμωδία του Borat. Το τελικό ερώτημα είναι πώς στέκεται στην εποχή της πολιτικής ορθότητας, ενός όρου που χρησιμοποιείται ως συνώνυμος της μάστιγας από πολλούς εκεί έξω. Το 2006 αποθεώθηκε από τους κριτικούς ως διαμάντι της προσβλητικής προς όλους κωμωδίας. Κι όμως, ο Borat επέστρεψε στην πιο δυσμενή θεωρητικά εποχή για την κωμωδία αυτού του είδους. Ένα μόλις χρόνο πριν, ο Todd Philips δήλωνε ότι δε μπορεί πλέον να γυρίσει κωμική ταινία γιατί όλοι προσβάλλονται. Ο Todd Philips, σκηνοθέτης του περσινού Joker, των παλιότερων Hangover και σεναριογράφος στο πρώτο Borat έλαβε την απάντησή του τόσο από τη φετινή επιστροφή του χαρακτήρα όσο και από τον ιδιοφυή κωμικό Mark Maron (που είχε ένα μικρό ρόλο στο Joker):



«Θέλεις να τεστάρεις τα όρια; Μπορείς ακόμα. Θέλεις να τολμήσεις, μπορείς ωραιότατα. Στην πραγματικότητα, το μόνο πράγμα που σου αφαιρέθηκε ως δικαίωμα, και κοινωνικά και πολιτισμικά, είναι να χτυπάς ξεδιάντροπα ομάδες ανθρώπων "γιατί έχει πλάκα". (…) Όχι, δεν έχεις καμία δικαιολογία να μην κάνεις κωμωδία μέσα σε αυτό το νέο κλίμα. Γιατί αν τρομοκρατείσαι και μόνο στη σκέψη να την επιχειρήσεις, αν δεν μπορείς να είσαι ουσιαστικός και θαρραλέος με την κωμωδία σήμερα, αν δεν μπορείς να είσαι αστείος χωρίς να προσβάλεις ανθρώπους, τότε ίσως να μην ήσουν ποτέ καλός. Ή ήσουν πάντα αναίσθητος!»


Κατά τη γνώμη μου το Borat δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί αμιγώς στο είδος της politically incorrect κωμωδίας. Μόνο με μια πολύ επιφανειακή ανάγνωση θα μπορούσες να το πεις αυτό και το έργο του Sacha Baron Cohen δεν προσφέρεται για αυτό. Αντί να στοχοποιήσει κάποιον αδύναμο, ο οποίος σε αυτή την περίπτωση, κατά την προσφιλή στους ρεπουμπλικάνους γλώσσα, «αντιδρά σαν χιονονιφάδα», οικειοποιείται την προσβλητικότητα ως μέσο για να χτυπήσει τον ισχυρό (το γνωστό punching-up). Μέχρι και οι Ισραηλίτες ή οι Καζάκοι, δύο ομάδες που σατιρίζονται ανελέητα στη διάρκεια του Borat, εν τέλει δηλώνουν ικανοποιημένοι με το πώς απεικονίζονται στο πλαίσιο του γενικότερου σκοπού της ταινίας. Ακόμα και ένα προσβλητικό αστείο, εξακολουθεί να έχει context: προθέσεις του δημιουργού, μήνυμα, κοινωνικό πλαίσιο. Έτσι διαφοροποιείται τελικά ο Cohen από έναν απλό edgelord: Με το ίδιο όπλο που άλλοι χρησιμοποιούν για να αποσπάσουν ένα «εύκολο» γέλιο, στηλιτεύει και σε κάνει να σκεφτείς.

Όταν η alternative δεν είναι η εναλλακτική σου​

  • Facebook
  • Instagram
  • Spotify
  • YouTube
  • Twitter

©2020 by Breakroom