Η έκφραση και η Τέχνη ανάμεσα στον Χωροφύλακα και τον Μπογδάνο


Η «σωστή» τέχνη, η «λάθος» τέχνη, οι απαγορεύσεις και το Πολυτεχνείο.


Ξεψαχνίζοντας κανείς θεωρίες καλλιτεχνών και ιστορικών γύρω από την Αισθητική, δύσκολα θα βρει πιο ακατάλληλα επίθετα για να την περιγράψουν, από αυτά που χρησιμοποίησα στον υπότιτλο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αντικατοπτρίζουν πραγματικές ιδέες, μόνο ότι χρησιμοποιούνται άλλοι προσδιορισμοί για να τους περιγράψουν πιο φιλικά. Το εγωκεντρικό αυτό δίπολο ντύνεται πιο φανταχτερά, η «σωστή» Τέχνη γίνεται συχνά η «πρέπουσα» και αν σκεφτούμε πως διαχρονικά οι ανθρώπινες κοινωνίες κόπτονται περισσότερο για την καταστροφή παρά για τη δημιουργία, η «λάθος» γίνεται η «έκφυλη» ακόμα συχνότερα. Αυτό δεν είναι ούτε νέο, ούτε προνόμιο των καθεστώτων που παραδοσιακά αναγνωρίζονται ως ανελεύθερα και ίσως το καλύτερο παράδειγμα είναι ο Τολστόι, ο οποίος πίστευε ότι ένα έργο τέχνης κρίνεται ως «καλό» ή «κακό» μέσα από ένα ηθικοθρησκευτικό κριτήριο. Όχι ότι θα συγκρίνουμε τον συγγραφέα Τολστόι με τον ποιητή Μπογδάνο, αλλά καλό είναι να ξέρουμε που βασίζονται οι απόψεις τους, ακόμα κι αν δεν το ξέρουν οι ίδιοι. Να το κάνουμε τάλιρα, είναι η θεωρητική βάση των παπάδων που φωνάζουν ότι η μέταλ είναι του Σατανά, ξεκινάει -με πολύ διαφορετικά κίνητρα- από τον Πλάτωνα και καταλήγει σε πυρσούς έξω από κινηματογράφους.


Γράφει ο Δημήτρης Φαληρέας


Σκηνικό που μοιάζει με εξώφυλλο δίσκου των Dead Kennedys από φανατικούς Χριστιανούς έξω από κινηματογράφο στην Αθήνα που τόλμησε να προβάλλει τον Τελευταίο Πειρασμό του Σκορσέζε, βασισμένο στο βιβλίο του Καζαντζάκη (1988).

Τον τελευταίο Νοέμβριο που απαγορευόταν η κυκλοφορία, η συνάθροιση άνω των 4 ατόμων κι έγιναν συλλήψεις στο Πολυτεχνείο, ξέρουμε πολύ καλά τι έγινε. Είναι λάθος να τραβάμε μια ευθεία αναλογία, διότι υπάρχουν πολύ διαφορετικές συνθήκες, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να μη γίνει κάποια σύγκριση. Κι αυτό γιατί δεν είναι τα μοναδικά σημεία που τέμνονται αυτές οι δύο περίοδοι διακυβέρνησης. Είναι ο έλεγχος των ΜΜΕ και της διανομής τύπου, είναι τα εργασιακά, είναι η αστυνομοκρατία που αναγνωρίζουν ακόμα και οι επιτροπές του Χρυσοχοΐδη και ένα βήμα πίσω, αλλά εξίσου σημαντική είναι η αντιμετώπιση της Παιδείας, του Πολιτισμού και των Τεχνών. Κι αυτό γιατί είναι η γαλούχηση της πολιτιστικής (και ενίοτε πολιτισμικής) ταυτότητας ενός λαού. Ρίχνοντας κλεφτές ματιές στην ιστορία, μπορούμε να δούμε ότι τελικά δεν είναι και τόσο δύσκολο να το κάνεις αυτό και δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από το Ιράν. Το Ιράν της δεκαετίας του ’70 ήταν ένα σχετικά προοδευτικό κράτος, το οποίο είχε ελάχιστα να ζηλέψει από τις ανεπτυγμένες δημοκρατίες της Δύσης, αλλά μέσα από διάφορες πολύπλοκες διεργασίες που δεν χρειάζεται να αναλυθούν τώρα, έφτασε στην Ισλαμική Επανάσταση και μέσα σε ελάχιστα χρόνια στη γέννηση του πολιτικού Ισλάμ κι ενός από τα πιο καταπιεστικά καθεστώτα του πλανήτη. Η συνταγή ήταν απλή: ξύλο, έλεγχος πληροφόρησης, αλλαγή του πολιτιστικού αφηγήματος.


Όταν όμως στην Ελλάδα τα κάναμε αυτά, οι Πέρσες έτρωγαν γκορμέ σαμπζί (φυσικά και το γκούγκλαρα αυτό) και μια δεκαετία νωρίτερα, η Χούντα των Συνταγματαρχών χάραξε τον δρόμο με σχεδόν παρόμοια επιτυχία. Η Ελλάδα των 60’s αφήνει τον Μίκη Θεοδωράκη να πρωταγωνιστήσει στη μουσική ζωή των αστικών κέντρων και να σηματοδοτήσει μία στροφή, όπου οι Έλληνες ξαναμεταφράζουν Αρχαίους Κλασικούς, ξεφεύγουν από την Ιωάννα Μπουκουβάλα Αναγνώστου και ξανακοιτάζουν τον Καζαντζάκη, τον Βάρναλη, τον Λουντέμη και τον -πλέον νομπελίστα- Σεφέρη, οικοδομώντας ένα πολιτιστικό τοπίο που σε πείσμα των καιρών, ενώνει τον λαό πάνω από την πολιτική. Οι νέοι αγκαλιάζουν το νέο κύμα που έρχεται να μπολιάσει το λαϊκό τραγούδι με την ποίηση και ερωτεύονται το αγνό πάθος που κυριαρχεί στην Τέχνη και κουβαλάει η Οδός Ονείρων του Χατζιδάκι ή οι Όρνιθες του Κουν και αυτό διαχέεται σε όλη την Ευρώπη. Ο Κακογιάννης είναι ήδη διεθνής σκηνοθέτης και η Νάνα Μούσχουρη γοητεύει στο Φεστιβάλ Μεσογειακού Τραγουδιού της Βαρκελώνης, όμως η πολιτική ζωή της χώρας δεν είναι ένα σταθερό έδαφος. Οι εκλογές βίας και νοθείας και η δολοφονία του Λαμπράκη είναι η αρχή του τέλους για την ΕΡΕ του Καραμανλή. Η νεολαία διαδηλώνει, μάχεται και δεν ψηφίζει «σωστά», οπότε αυτό διορθώνεται με τα Ιουλιανά, μία ανάπηρη δημοκρατία ανδρείκελων του Παλατιού και τέλος, με την «Εθνοσωτήριο Επανάσταση» του ’67. Και κάπως έτσι κόβεται απότομα αυτό το ρεύμα. Ο ακαδημαϊκός Δ. Μαρωνίτης τα εξηγούσε καλύτερα σε μία συνέντευξη μέσα στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, όπου πέρασε μήνες βασανιστηρίων:


“Οι σχέσεις πολιτικής και πολιτισμού είναι περίεργες. Όταν δυσκολεύουν οι καιροί -και η Δικτατορία ήταν ένας δύσκολος καιρός- η πολιτική δοκιμάζει τον πολιτισμό και ο πολιτισμός δοκιμάζει την πολιτική. Όταν οι καιροί είναι πιο άνετοι οι δύο αυτοί εταίροι μοιάζει να παίρνουν διαζύγιο και ο καθένας κάνει τη δουλειά του και ο ένας κατηγορεί τον άλλον.[…] Η παρεξήγηση όταν μιλάμε για πολιτισμό είναι ότι αναφερόμαστε στα έργα του πολιτισμού. Η Δικτατορία απέδειξε ότι ο πολιτισμός είναι κυρίως ανθρώπινη συμπεριφορά.”


Οι ετήσιες γιορτές της Χούντας στο κατάμεστο Καλλιμάρμαρο ήταν ένα βουκολικό Μπεν Χουρ που θα έστεκε μόνο ως σάτιρα του νεοελληνισμού, όμως άρχισε να αλλάζει αυτή την ανθρώπινη συμπεριφορά. Είναι η αρχή της επικράτησης της διαστρέβλωσης και της αισθητικής που θέλει τον Μεγαλέξανδρο να ξεχνά τον Άμμωνα Δία και να προσεύχεται στην Παναγιά, και τους Μαραθωνομάχους να διακόπτονται από τον Κολοκοτρώνη. Όλα υπό την αιγίδα και τη χορηγία των φίλων μας των Αμερικανών και την εκκωφαντική σιωπή των υπερασπιστών της Γης των κολασμένων, Σοβιετικών. Η δωρεάν πατριδο-palooza που στηνόταν κάθε χρόνο, γοήτευσε, όπως άλλωστε ήταν σχεδιασμένο να κάνει. Οι καλοί Έλληνες σφάζουν σε μία παρωδία του Μονομάχου όποιον τολμήσει να αμφισβητήσει τους πυλώνες του σπουδαίου έθνους, είτε είναι Πέρσες, είτε Οθωμανοί, είτε Αριστεροί. Και αφού ολοκληρώσουν τη θεία αποστολή τους, θα κατέβουν στο ποτάμι να ξελογιάσουν τσελιγκοπούλες, γοητευμένοι από τη σπουδαία ελληνικότατη παράδοση της ελληνικότατης επαρχίας, σε ελληνικότατα χωριά με ελληνικότατα ονόματα όπως το Μπανταλάρ, η Ελετσού και το Τσεπέλοβο. Το ίδιο έκανε και ο Μεταξάς, αλλά οι Συνταγματάρχες πήγαν κατευθείαν στην πηγή, ακολουθώντας το παράδειγμα του Χίτλερ, συχνά χωρίς καν να μπουν στη διαδικασία να τα αλλάξουν και λίγο. Οπότε είδαμε και τιρολέζες στη Νέα Φιλαδέλφεια.


Χωρίς σχόλια.

Η καλλιτεχνική παραγωγή διαλύεται, οι δημιουργοί φυλακίζονται ή φεύγουν και ξεκινούν έναν θαυμαστό αγώνα αφύπνισης των Ευρωπαίων και των Αμερικάνων, τα έργα εξαφανίζονται και οι Έλληνες καθηλώνονται στην οθόνη για να δουν τον Παναθηναϊκό να φτάνει στον περίφημο Τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο Γουέμπλεϊ, με τις ευλογίες του Παπαδόπουλου και όπως ισχυρίζονται κάποιοι κακοήθεις, με τα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων. Η Τέχνη όμως δε φιμώνεται συλλήβδην. Η Κλειώ Δενάρδου π.χ. κερδίζει το άλλο μεγάλο πολιτισμικό γεγονός, την Ολυμπιάδα Τραγουδιού. Οι χειροτεχνίες μαθητών που γιορτάζουν την Εθνοσωτήριο και φτιάχνουν τον Φοίνικα, προβάλλονται. Ακόμα και διεθνείς καλλιτέχνες εκθέτουν τα έργα τους στην Ελλάδα μας, όπως αυτή η έκθεση έργων της τέχνης των Εσκιμώων. Όχι, δεν κάνουμε πλάκα, υπάρχει στο αρχείο της ΕΡΤ.


Δείτε και το επίκαιρο για την Ολυμπιάδα, μη μας λέτε υπερβολικούς.


Η διάκριση φυσικά γινόταν με βάση τη «σωστή» και τη «λάθος» τέχνη. Η σωστή είναι ηθική, πατριωτική και φυσικά χριστιανική. Η λάθος ξεκινάει από τον Ρίτσο και φτάνει μέχρι τον Αισχύλο και σκοπό έχει να διαφθείρει τη νεολαία και να τη μολύνει με τον κομμουνιστικό κίνδυνο, εξ’ού και η λογοκρισία του καθεστώτος φυσικά. Μπορούμε να πούμε πάρα πολλά ακόμα για το πολιτιστικό έγκλημα της Δικτατορίας, αλλά ας γυρίσουμε λίγο στη δική μας εποχή. Μέσα από την περίοδο αυτή μπήκαν οι πρώτοι σπόροι αμφισβήτησης της τέχνης που δεν έχει αυτοσκοπό τη διασκέδαση, αλλά την ψυχαγωγία. Και αυτοί οι σπόροι θα θέριευαν στη Μεταπολίτευση, όπου η ανάπτυξη θα δημιουργούσε την περίφημη μεσαία τάξη και με νομιμοποιημένο πλέον ΚΚΕ, οι Έλληνες θα άρχιζαν να τσακώνονται για άλλους πολιτικούς και άλλα θέματα, έχοντας πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού τους το άλλοθι των στίχων του Μούτση, ότι “για όλα φταίνε οι γκόμενες, οι πρώην κ’ οι επόμενες”, για να φτάσουν στο lifestyle του ’90 και νομοτελειακά στην απότομη πτώση, πρώτα με το Χρηματιστήριο κι έπειτα με την οικονομική κρίση.


Εξώφυλλο του ΚΛΙΚ από τον Μάρτιο του ’98, καταπιάνεται με τα φλογερά ζητήματα της περιόδου.

Η κρίση έφερε ριζοσπαστικοποίηση και η ριζοσπαστικοποίηση ενεργοποίησε τα πλέον αντιδραστικά αντανακλαστικά που έμεναν ζωντανά με τις δικές τους ρίζες. Μέσα σε αυτό το σκηνικό και με το αυτί τεντωμένο στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, ο νέο-συντηρητισμός βρήκε τον χώρο του στη δημόσια σφαίρα και μέσω των εκπομπών του Μπογδάνου κι άλλων αντίστοιχων υποκειμένων μας ενημέρωσε για το «λάθος» του πολιτισμικού Μαρξισμού που απειλεί τον ελληνισμό και τη Δυτική κουλτούρα (λες και είναι ένα ενιαίο πράγμα), το «λάθος» του Μάη του ’68, το πόσο «λάθος» ήταν ο Μαρκούζε και ο Αντόρνο και μέσα από το κοστούμι με all-star ευτυχώς φρόντισε να μας φωτίσει μέσα από την ποιητική συλλογή του και μας έδωσε ένα σημείο αναφοράς για την ρηξικέλευθη «σωστή» τέχνη που επιτέλους θα μας αποδεσμεύσει από την πολιτιστική ηγεμονία της Αριστεράς και θα μας δείξει τον προσήκοντα δρόμο για την εθνική, θρησκευτική και προσωπική ανάταση.


Προφανώς ο καθένας έχει δικαίωμα να ξεράσει ό,τι θέλει στο χαρτί και καμία διάθεση δεν έχω να ξεκινήσω ένα ντιμπέιτ για την καλλιτεχνική αξία του βουλευτή-χωροφύλακα που ψέγει ως επίδοξο δολοφόνο όποιον κυκλοφορήσει την 17η Νοεμβρίου, αλλά σουλατσάρει πέρα δώθε για να επιθεωρήσει επεμβάσεις της ΕΛ.ΑΣ. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν αυτή η αντίληψη ανάγεται σε κρατική πολιτική. Κι αν νομίζετε ότι δεν αγγίζει την Κυβέρνηση και περιορίζεται σε περιφερειακούς βουλευτές-λαγούς, ξανασκεφτείτε το, όταν βλέπετε τη διαστρέβλωση (ή παραχάραξη αν θέλετε) της ιστορίας για τη Δεξιά στην Αντίσταση ή το Πολυτεχνείο και το πώς αλλάζουν οι κυρίαρχες αφηγήσεις. Η πανδημία έλυσε ένα πρόβλημα που δε θα μπορούσε να διευθετηθεί αλλιώς και η κυβέρνηση χρειάστηκε να κάνει το λιγότερο, δηλαδή απολύτως τίποτα. Ο πολιτισμός αιμορραγεί, όσο περιμένουμε την εξτραβαγκάνζα του ΕΛΛΑΔΑ 2021 που πολύ φοβάμαι ότι θα είναι μία πανάκριβη -αλλά φτηνιάρικη- κόπια του ΑΘΗΝΑ 2004, παραγεμισμένη με ορμόνες τουρκοφαγίας και φυσικά δεν περιμένει κανείς να αναδείξει «αμφιλεγόμενες» πλευρές της Επανάστασης, από το χρέος, μέχρι τον ρόλο των Αρβανιτών. Παράλληλα, η ΕΡΤ και ο Δήμος Αθηναίων μοιράζουν λεφτά στους θιασώτες της επίσημης, κρατικής και ομόψυχα εθνικής αφήγησης, από τη Ζυγούλη μέχρι σπουδαίους καλλιτέχνες που παρότι έχουν εξαφανιστεί από τα δρώμενα εδώ και πάρα πολλά χρόνια (Σαββόπουλος, Πρωτοψάλτη), φροντίζουμε να τους ξαναφέρουμε να μας πουν τα πράγματα όπως πρέπει. «Σωστά».


Και πολλά παιδάκια. Πάντα έχουμε όμορφα ελληνόπουλα να μας θυμίζουν το σπουδαίο μέλλον του έθνους μας.

Ο οικονομικός στραγγαλισμός της Τέχνης με το πρόσχημα της πανδημίας (στο θέατρο κολλάει, στην Εκκλησία όχι) είναι πρωτίστως απόφαση πολιτική. Είναι αυτό που είπε ο Μαρωνίτης, ότι σε δύσκολους καιρούς η πολιτική δοκιμάζει τον πολιτισμό. Όμως ενώ η Τέχνη είναι έκφραση, η έκφραση δεν είναι απαραίτητα Τέχνη, και ίσως είναι λάθος να δούμε μία φίμωση της Τέχνης, όταν είναι στο πλαίσιο μίας γενικότερης προσπάθειας για φίμωση της έκφρασης. Ο έλεγχος των ΜΜΕ, οι βίαιες προσαγωγές, οι αντισυνταγματικές απαγορεύσεις που κρίνονται συνταγματικές από ένα ελεγχόμενο ΣτΕ, η διαστρέβλωση της έννοιας του δημόσιου χώρου, οι προαναγγελίες σύλληψης βουλευτών που θα κυκλοφορούν (όχι του περιφέροντος Μπογδάνου φυσικά), οι ανακρίσεις ανθρώπων που δηλώνουν στα social media ότι θα συμμετέχουν σε μια πορεία, ακόμα και η πολιτική συλλήψεων όσων μοιράζονται λανθασμένες πληροφορίες για την πανδημία (όχι του Γεωργιάδη και του Χατζηνικολάου που λένε αβάσιμα πράγματα για μεταλλάξεις του ιού φυσικά), και ο γενικότερος εκφοβισμός του πλήθους, σκιαγραφούν τις θολές γραμμές μίας επίθεσης στην ίδια την έννοια της έκφρασης, η οποία γίνεται με όρους «σωστού» και «λάθους». Εδώ προκύπτει το βασικό ερώτημα όμως, ποιος ορίζει το σωστό και το λάθος, με τι κριτήρια και με τι σκοπιμότητα;


Αυτό το αφήνουμε να το απαντήσετε εσείς.

Εμείς απλά θα παραθέσουμε κάποια λόγια του Κασίρερ:


“Η Τέχνη είναι ένας δρόμος προς την ελευθερία, τη διαδικασία απελευθέρωσης του ανθρώπινου πνεύματος, γεγονός που είναι ο πραγματικός και υπέρτατος στόχος κάθε διαπαιδαγώγησης: οφείλει να εκπληρώσει ένα δικό της έργο, ένα έργο που δεν μπορεί να αντικατασταθεί από καμία άλλη λειτουργία.”

Όταν η alternative δεν είναι η εναλλακτική σου​

  • Facebook
  • Instagram
  • Spotify
  • YouTube
  • Twitter

©2020 by Breakroom