Από έναν ροκ σταρ σε έναν σοφό θρύλο της μουσικής: Γιατί ο Iggy παραμένει διαχρονικά κουλ;


Από τα μέσα της δεκαετίας του 50 μέχρι σήμερα το rock είναι ένα τεράστιο μουσικό και ιδεολογικό σχολείο. Μας έχει χαρίσει άπειρους σπουδαίους μουσικούς, φιλόσοφους, ποιητές, επαναστάτες, αυτοκαταστροφικούς αλλά και ανθρώπους που θέλουν πάντα να εξελίσσονται. Και μερικοί από αυτούς συνδυάζουν όλα τα παραπάνω και καταφέρνουν να μη θεωρούνται ξεπερασμένοι ‘’δεινόσαυροι’’ εδώ και δεκαετίες. Ένας παρατηρητής – επιβάτης της ζωής που δεν είχε ποτέ τη θέληση να είναι δάσκαλος, αλλά αντιθέτως, αιώνιος μαθητής που δε θα μπορούσε να μη θεωρείται διαχρονικά κουλ. Φυσικά ο λόγος για τον μεγάλο Iggy Pop.


Γράφει ο Δημήτρης Μάρρας


Τα πρώτα μουσικά βήματα στο Michigan και στο Chicago


Ο James Newell Osterberg Jr., όπως είναι το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στο Muskegon του Michigan, στις 21 Απριλίου του 1947. Οι γονείς του από όταν ήταν σε πολύ μικρή ηλικία τον παρότρυναν να ασχοληθεί με τη μουσική τοποθετώντας μάλιστα ένα σετ με τύμπανα στο υπνοδωμάτιό του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα στα σχολικά του χρόνια, στα μέσα της δεκαετίας του '60, να είναι ο drummer στην garage rock μπάντα The Iguanas. Μεταξύ άλλων, μέλος ήταν και ο Nick Kolokithas (γιος ενός ομογενή εστιάτορα). Οι Iguanas έμειναν μαζί για δύο χρόνια και το 1965 κατάφεραν να ηχογραφήσουν ένα και μοναδικό single, το Mona/I Don’t Know Why. Το πρώτο ήταν διασκευή της γνωστής επιτυχίας του Bo Diddley, ενώ το δεύτερο υπήρξε σύνθεση του Kolokithas. Το αποτέλεσμα θεωρήθηκε μέτριο και το συγκρότημα διαλύθηκε οδηγώντας τον Iggy, στον ρόλο του drummer ξανά, στην blues - αυτή τη φορά - μπάντα των Prime Movers, οι οποίοι μάλιστα είχαν ανοίξει τη συναυλία των Butterflied Blues Band στο Detroit. Σε αυτή την μπάντα ο Iggy αισθανόταν πιο άνετα και έγινε φίλος με τον προηγούμενο drummer του συγκροτήματος, Sam Lay. O James, άρχισε να εξελίσσεται και τότε ήταν που γεννήθηκε το όνομα Iggy Pop. Το Iggy αποτελεί αναφορά στους Iguanas ενώ το Pop το εμπνεύστηκε από έναν τοξικομανή της περιοχής, ονόματι Jim Popp, που παραδόξως ασκούσε μία έλξη στον James. Άλλωστε όπως είπαμε πρόκειται για έναν παρατηρητή. Τότε επίσης άρχισε να δοκιμάζει τα φωνητικά του προσόντα που, μάλιστα, για να κάνει πιο μπάσα τη φωνή του κάπνιζε μανιωδώς, ξεχνώντας ότι, εκτός του ότι αυτό δεν έχει αποτέλεσμα, έπασχε από χρόνιο άσθμα.

Mε τον Sam Lay, ο Iggy, κουβέντιαζε επι ώρες για τα blues μέχρι που αποφάσισαν να μετακομίσουν στην πρωτεύουσα τους, το Chicago. Εκεί θα μελετούσαν τα γνήσια μαύρα blues και τους κιθαρίστες που παίζουν απίθανα πράγματα γύρω από τα σύννεφα που δημιουργούν οι ίδιοι γύρω τους με τα τσιγάρα και τη μελαγχολία τους. Εκεί όμως αισθανόταν ξένος. Παντού κυριαρχούσαν τα μαύρα blues μα αποκορύφωμα ήταν το γεγονός ότι ο χειρότερος drummer που άκουσε εκεί ήταν κατά πολύ καλύτερος του. Αυτό δε θα κρατούσε πολύ. Ένα βράδυ παρακολούθησε μια συναυλία – σταθμό για τη ζωή του. Ήταν αυτή των Doors στο Chicago. Ο Iggy μαγεύτηκε από τη μυστικιστική μα ταυτόχρονα rock n roll παράσταση αυτού του απίθανου συγκροτήματος και επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία του Jim Morrison. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν να φτιάξει μία δική του μπάντα με τον δικό τους μοναδικό ήχο.


Ο Iggy, πιο αποφασισμένος από ποτέ, επιστρέφει στο Michigan και δεν αργεί να γνωρίσει τα αδέρφια Asheton (Ron και Scott), να τους δείξει τα σχέδιά του και να ενθουσιαστούν αμφότεροι. Το ότι ήταν όλοι τους μέτριοι μουσικοί δεν απασχολούσε καθόλου τον Iggy. Αντιθέτως, το γεγονός αυτό συμβάδιζε άψογα με τη μηδενιστική του αντίληψη για τη μουσική. Ο ίδιος στράφηκε στη farfisa την ίδια στιγμή που ο Scott κοπάναγε τα τύμπανα και ο Ron έπαιζε μπάσο με παραμόρφωση wah και fuzz πετάλια. Σύντομα ο Ron πρότεινε για μπασίστα τον Dave Alexander, ο ίδιος να παίζει κιθάρα και ο Iggy στο μικρόφωνο. Ο Iggy συμφώνησε αμέσως και επίσης πρόσθεσε το γρατζούνισμα μίας χαβανέζικης κιθάρας που ευελπιστούσε να ακούγεται σαν σιτάρ όπως έκανε ορισμένες φορές ο Brian Jones και ο George Harrison. Καθημερινά άκουγαν δίσκους από Cab Calloway μέχρι James Brown και από Screaming Jay Hawkings μέχρι Beatles αλλά και παραδοσιακά αραβικά, αφρικανικά και ιρλανδέζικα μοτίβα και να προβάρουν ασταμάτητα.


Κάπως έτσι γεννήθηκαν οι Stooges που όπως εξηγεί ο ίδιος ο Iggy για το όνομα "μία μέρα, εντελώς μαστουρωμένοι, βλέπαμε στην τηλεόραση The Three Stooges. Τότε ο Ron Asheton ρώτησε πως τους φαίνεται σαν όνομα το Psychedelic Stooges. Τόσο απλά".


The Stooges


Το 1966, το Detroit φιλοδοξούσε να γίνει ένα ακόμα San Francisco δίνοντας την ευκαιρία σε νέους μουσικούς να παίξουν σε συναυλίες που δίνονταν στο ονομαστό Grand Ballroom. Οι Stooges ζούσαν σε ένα κοινόβιο μέχρι που ένα χρόνο μετά, τον Οκτώβριο του ’67 και ως Psychedelic Stooges δίνουν ένα δεκαπεντάλεπτο live. Τόσο πρόλαβαν μέχρι που ο Ron έκαψε την ασφάλεια του ενισχυτή. Εκεί ήταν παρόντες οι MC5 καθώς και φίλοι των δύο συγκροτημάτων και αυτό συζητιόταν ήταν το πόσο θορυβώδης εμφάνιση ήταν που σίγουρα ακούστηκαν σε όλη την πόλη. Σε αυτά τα χαοτικά δεκαπέντε λεπτά ο Iggy εμφανίστηκε με κατάλευκο, καλυμμένο από το make up, πρόσωπο και έντονα βαμμένα μάτια και χείλη. Το ενδιαφέρον στράφηκε κυρίως πάνω του για την εκρηκτική του παρουσία σαν ένας αρνητικά φορτισμένος με ηλεκτρικό ρεύμα Jim Morrison που ενδιαφέρον έχει να αναφερθεί πως χρησιμοποιούσε την σωματική του ιδιαιτερότητα υπέρ του στη σκηνή. Το ένα του πόδι είναι μεγαλύτερο από το άλλο κάτι που τον έκανε να ταλαντεύεται στη σκηνή σαν παρανοϊκή μαριονέττα, πάντα στους υστερικούς ρυθμούς των Stooges. Ακόρντα σε απίστευτη ένταση, εκκωφαντικά χτυπήματα στα drums και κανένα σόλο. Το punk είχε γεννηθεί απλά δεν το ήξερε κανείς ακόμα.

Πριν ακόμα ηχογραφήσουν είχαν γίνει ήδη γνωστοί στους οπαδούς της underground σκηνή του Detroit όπου, σχεδόν πάντα μαζί με τους MC5, άνοιγαν τις συναυλίες μεγάλων συγκροτημάτων όπως των Cream, Mothers of Invention και Blood, Sweat & Tears. Εκτός από τον άγριο ήχο τους, ο λόγος ήταν ο έξαλλος Iggy που στη σκηνή έφτανε σε παροξυσμό. Ο κατά τα άλλα ντροπαλός και ήσυχος, εκτός σκηνής Iggy, βίωνε μία μετάβαση στη σκοτεινή πλευρά του που θύμιζε τη λατρεία των αρχαίων Ελλήνων στον θεό Διόνυσο αλλά με κάποια μορφή διαμαρτυρίας σε μια εποχή βέβαια που ο κόσμος διψούσε για τέτοιες αντιδράσεις. Η μεταβατικότητα και οι αντιθέσεις της εποχής πυροδοτούν εύφλεκτες προσωπικότητες σαν τον Iggy Pop. Έστηνε ένα σατιρικό σόου, σε άμεση επαφή με το κοινό, αφού εκτός του ότι έπεφτε πάνω του και αφηνόταν στα χέρια τους, τους έφτυνε και κυλιόταν πάνω σε σπασμένα μπουκάλια χωρίς να αναγνωρίζει όρια. Στο Max’s Kansas City έπεσε πάνω σε δύο τραπέζια γεμάτα με φαγητά και διέλυσε τα πάντα. Στα τραπέζια αυτά γευμάτιζαν άνθρωποι δισκογραφικών εταιριών. Αυτή ήταν η συμπεριφορά του γκρουπ απέναντι σε αυτές τις εταιρίες. Σε μια συναυλία στο Detroit με τους MC5 και Up βρισκόταν ο Danny Fields της Elektra Records ο οποίος έψαχνε ταλέντα. Ο Danny ενθουσιάστηκε και προσέγγισε τον Iggy για να συζητήσουν όταν του είπε ότι θα πρέπει να μιλήσει με τον μάνατζερ της μπάντας όταν η μπάντα φυσικά δεν είχε μάνατζερ. Ο Danny δεν το έβαλε κάτω και πήγε στο καμαρίνι να συζητήσει με ολόκληρη την μπάντα κάνοντας τη λάθος ερώτηση. "Θέλετε να γίνετε σταρ;". Οι Stooges τον έδιωξαν, κυριολεκτικά, με τις κλωτσιές και τον πέταξαν κάτω από τις σκάλες (το πανκ είχε γεννηθεί και εκτός μουσικών ορίων).

Λίγο αργότερα οι Stooges θα υπογράψουν στην Elektra, στην ίδια εταιρία με τα είδωλά τους Doors, και παρόλο που η εταιρία δε θα τους πάρει πολύ στα σοβαρά στην αρχή, με το γκρουπ να μην έχει ούτε ένα τραγούδι σε τελική μορφή. Η εταιρία τους δέσμευσε και η μπάντα κλείστηκε στο studio για μία βδομάδα με παραγωγό τον John Cale (!), που πριν λίγο καιρό είχε φύγει από τους Velvet Underground.

Με το εξώφυλλο να θυμίζει ακραία το εξώφυλλο του πρώτου δίσκου των Doors, σχεδόν σαν αναφορά, το περιεχόμενο του δίσκου είχε ξεκάθαρα τον δικό του ήχο και η επίδραση αργότερα θα είναι καθοριστική για ένα ολόκληρο ρεύμα. Κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1969 και παρόλο το αναρχικό ύφος και την ηχητική "βρωμιά" που βγάζει ο δίσκος τα ακόρντα δε φαίνονται να ξεφεύγουν πουθενά και ο ήχος είναι αψεγάδιαστος. Garage rock στα καλύτερα του με υστερικά κιθαριστικά riffs και τύμπανα με απόλυτη αρμονία και μελωδικότητα. Η μουσική ταιριάζει απόλυτα με τους μηδενιστικούς στίχους του Iggy όταν φαίνεται ανικανοποίητος και μουδιασμένος όπως όταν λέει "No fun my babe/No fun/No Fun to hang around/Feelin’ that same old way/No fun to hang around/Freaked out for another day" στο 'No Fun' και "Well it's 1969 OK all across the USA/It’s another year for me and you/Another year with nothing to do" στο '1969', αντιδρώντας κατά το κίνημα των χίππιδων που δεν τον έκφραζε, αλλά και όταν εκστασιάζεται όπως στη συνέχεια του '1969' ή στο 'I Wanna Be Your Dog' που ουρλιάζει για την επιθυμία του. Ο δίσκος ακόμα περιλαμβάνει το 'Real Cool Time', 'We Will Fall', μία ανατριχιαστική ψαλμωδία που φτάνει στην κορύφωσή της με τη βιόλα που προσθέτει ο Cale προς το τέλος του τραγουδιού. Το 'Ann' είναι ένα ιδιαίτερο τραγούδι που μπορεί κανείς να ακούσει την επίδραση των Doors με έναν ξεχωριστό Iggy Pop που μόνο αυτός θα μπορούσε να φωνάξει 'I love you' με τόσο μίσος σαν να πρόκειται για απειλή. Ο δίσκος κλείνει με το 'Little Doll' με την ίδια garage-ίλα που ξεκίνησε γεμάτο ηλεκτρική ενέργεια. Αυτό το άλμπουμ αποτελεί μία όμορφη αντίθεση για την εποχή του.


Παρόλο που δε γνώρισε ποτέ εμπορική επιτυχία, το impact του δίσκου είναι τεράστιο όσο σε λίγα. Χαρακτηρίζεται proto-punk και είναι ο λόγος που όλοι αποκαλούν τους Stooges ως μπαμπάδες του punk. Από τις βασικότερες επιρροές των Sex Pistols σχεδόν δέκα χρόνια μετά.


Η νέα δεκαετία είχε ήδη μπει και οι Stooges ήταν γνωστοί για τις εκρηκτικές τους εμφανίσεις με τον Iggy να γίνεται όλο και πιο ακραίος θέλοντας να ελέγξει τις τυχόν κακές αντιδράσεις του κοινού με μουσική. Άμεση σχέση έχει και το γεγονός ότι είχε ξεκινήσει τη χρήση ηρωίνης. Όταν κυλιόταν πάνω σε σπασμένα γυαλιά ήθελε να αποδείξει ότι μπορεί να ελέγχει το σωματικό πόνο. Οι Stooges το έφτασαν στα άκρα όταν σε μία συναυλία στο New Jersey όταν εμφανίστηκαν με στολές των SS και αγκυλωτούς σταυρούς της Ναζιστικής Γερμανίας προκαλώντας πολλές αρνητικές αντιδράσεις. Στον Τύπο δήλωσαν "τους Ναζί τους έχουμε χεσμένους. Όλα αυτά τα κάνουμε για να σοκάρουμε. Γιατί σας ενοχλεί αυτή η εμφάνιση και δε σας ενοχλεί η πολιτική αυτής της χώρας που είναι καθαρά φασιστική;".


Η Elektra Records ενθάρρυνε τις προκλητικές εμφανίσεις των Stooges καθώς δεν είχε δει κέρδη από τον πρώτο δίσκο τους μέχρι που άρχισε να απαιτεί ένα καινούργιο άλμπουμ. Με παραγωγό τον Don Galluci λοιπόν, οι Stooges μπαίνουν στο studio με σκοπό να ηχογραφήσουν έναν ήχο πιο σκληρό και ακατέργαστο από τον προηγούμενο. Έτσι γεννιέται το Funhouse στο οποίο ο Iggy δηλώνει ότι εκτός από τον Morrison, βασική επιρροή του αποτελεί και ο James Brown.


Το Funhouse ήταν ίσως ο πιο εξτρεμιστικός δίσκος των Stooges καθώς παράλληλα συνδύαζε πολλά διαφορετικά είδη μουσικής όπως, εννοείται, proto-punk, rock, blues ακόμα και jazz στοιχεία. Ο δίσκος ξεκινάει με το 'Down On The Street' που παίρνει τον ακροατή από το χέρι για να τον πάει βόλτα στους γεμάτους garage rock δρόμους του Detroit με τον πιο ομαλό αλλά και ελαφρά ψυχεδελικό τρόπο. Μπορεί κανείς να αισθανθεί τη live ηχογράφηση μέσω της ατμόσφαιρας και της επικοινωνίας του Iggy με την υπόλοιπη μπάντα. Ακολουθεί το 'Loose' με τον ορισμό του πρωτόγονου punk. "I took a record of pretty music/Now I’m putting it to you straight from Hell". Στο 'T.V Eye' τα νεύρα τεντώνονται και οι κόρες διαστέλλονται με ένα hard rock riff που θα ζήλευαν οι μπάντες ακόμα και το ’80 για να ακολουθήσει το 'The Dirt' και να θυμίσει το ταξίδι στο Chicago, τα blues και να ηρεμήσουν οι τόνοι, τόσο για μας όσο και για τους ίδιους. Το δεύτερο μέρος του δίσκου περιλαμβάνει το χαοτικό '1970' ως συνέχεια του '1969' του πρώτου άλμπουμ, με τον Iggy να ουρλιάζει "I’m Alright" σαν να θέλει πρώτα να πείσει τον εαυτό του, το 'Funhouse' που συνδυάζει αρμονικά μέσα στο χάος Hard Rock με Jazz και σχεδόν βλέπεις τον Iggy να χορεύει και τελειώνει με το πιο παρανοϊκό τραγούδι του δίσκου 'L.A Blues'. Το Funhouse ήταν πιο ώριμος μουσικά δίσκος αλλά σίγουρα πιο οργισμένος.


Ο δίσκος είχε δίκαια καλές αντιδράσεις από το κοινό καθώς επίσης έκανε οπαδό τους και τον Alice Cooper, οι The Damned διασκεύασαν το '1970' μερικά χρόνια αργότερα και οι Radio Birdman, βρήκαν το όνομά τους από στίχο του Iggy.


Την περίοδο της περιοδείας του δίσκου ο Iggy χάνει εντελώς τον έλεγχο με τα ναρκωτικά. Πριν από μία συναυλία στη Νέα Υόρκη απαίτησε από την Elektra να του στείλει τετρακόσια δολλάρια για να πάρει κοκαϊνη. Ο Ron ήταν ο μοναδικός που δεν είχε εθιστεί πληρώνοντας τα σπασμένα καθώς οι υπόλοιποι είχαν σχεδόν καταστραφεί. Μία μέρα έχασε την Stratocaster του νομίζοντας πως κάποιος του την έκλεψε όταν ανακάλυψε ότι την πούλησε η υπόλοιπη μπάντα για να αγοράσει ηρωίνη.


Η απόλυση και επιστροφή


Μετά την απόλυση του Fields, του ανθρώπου που πίστευε στους Stooges όσο κανένας άλλος, ακολουθεί και εκείνη των ίδιων. Ο Iggy λέει σχετικά πως "ήθελα να τραβήξω τη μουσική όσο γίνεται μακρύτερα, να τη φτάσω στα άκρα. Η εταιρία όμως είχε άλλη γνώμη. Ήθελε λεφτά από τους δίσκους". Και η αλήθεια είναι ότι και στους δύο, μέχρι τότε, δίσκους η Elektra είχε κόψει ορισμένα πράγματα θέλοντας να τους κάνει πιο εμπορικούς χάνοντας λίγο από την αυθεντικότητα τους. Ο Iggy κατέληξε στο σπίτι των γονιών του, περιποιόταν τον κήπο και έπαιζε γκολφ. Μία μέρα χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο David Bowie, ο οποίος λίγους μήνες πριν είχε κυκλοφορήσει το The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders of Mars (λέγεται μάλιστα ότι το Ziggy το έδωσε προς τιμή του Iggy). Του είπε ότι τον θαύμαζε ιδιαίτερα και ότι ήθελε να συναντηθούν.


Ο Iggy λοιπόν επιστρέφει στο Detroit και πείθοντας τα αδέρφια Asheton, μαζί με τον Williamson, οι Stooges είναι και πάλι μαζί γράφοντας μάλιστα αμέσως καινούργιο υλικό. Όταν ο καινούργιος τους μάνατζερ είπε πως δε θα επιτρέψει να κυκλοφορήσει κάτι τόσο απαίσιο, ο Iggy απάντησε "μη στεναχωριέσαι, έχω μερικά ακόμα κομμάτια που είναι χειρότερα". Η επέμβαση του Bowie είναι και πάλι σωτήρια σε συνδυασμό με μία εκκωφαντική συναυλία επιστροφής στο Detroit το ’73 που μαρτυρούσε ότι ο κόσμος δεν τους ξέχασε. Δύο μήνες μετά κυκλοφορεί το Raw Power κάτω από το όνομα Iggy and the Stooges αυτή τη φορά. Ο ήχος του άλμπουμ αποτελεί τον ορισμό του ωμού και ακατέργαστου rock n roll όπως ακριβώς απαιτεί η φύση των Stooges. Ο Iggy ήθελε να έχει την ίδια παραγωγή που είχαν οι πρώτοι δίσκοι των Beatles με αποτέλεσμα όλα τα όργανα να είναι στο ένα κανάλι και οι φωνές να περαστούν στο άλλο. Οι στίχοι αν και πάντα άμεσοι έχουν βάθος με τη φωνή του Iggy να ισορροπεί μεταξύ παρακαλετού και επίθεσης.


Προσωπική σταδιοδρομία


Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 οι Stooges διαλύονται και ο Iggy, ο οποίος αυτοχαρακτηριζόταν ως "φυγάς της πυρηνικής εποχής", ξεκινάει τη solo καριέρα του. Εδώ συναντάμε έναν Iggy εξαρτημένο από τα ναρκωτικά μπαίνοντας μάλιστα το 1974 σε κέντρο αποτοξίνωσης. Όταν βγήκε αποφάσισε να μετακομίσει στο Δυτικό Βερολίνο με τον David Bowie με σκοπό να βοηθήσει ο ένας τον άλλον με την αποτοξίνωση και φυσικά τη μουσική. Το 1977 λοιπόν, υπογράφοντας στην RCA και με παραγωγό τον Bowie,επιστρέφει με τον δίσκο The Idiot κρίνοντας τον εαυτό του ίσως για αυτή ακριβώς τη σχέση του με τα ναρκωτικά κάνοντας ταυτόχρονα αναφορά στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι. Ο ήχος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πιο κινηματογραφικός. Σύμφωνα με τον ίδιο πρόκειται για μία διασταύρωση μεταξύ του James Brown και των Kraftwerk. Σε αυτό το δίσκο τραγουδάει με έναν μοναδικό τρόπο που σου αφήνει την εντύπωση ότι απαγγέλει χωρίς όμως να το κάνει. Με περισσότερη μελαγχολία και μία πλέον μουδιασμένη οργή ο δίσκος είναι ένα αναλυτικό κοίταγμα στο παρελθόν λίγο πριν ξεκινήσεις κάτι καινούργιο, δίνοντας την εντύπωση ότι και ο ίδιος ο Iggy είχε ανάγκη αυτό το άλμπουμ. Η ατμόσφαιρα του δίσκου θυμίζει μοναχικές βόλτες με συνεσταλμένη ατμόσφαιρα ταιριάζοντας απόλυτα με το συννεφιασμένο και ανήσυχο Δυτικό Βερολίνο και υπογραμμίζει κατάλληλα την νέα εποχή της ζωής αλλά και καριέρας του Iggy Pop.


Μόλις πέντε μήνες μετά κυκλοφορεί το Lust for Life (που στο άκουσμα του ομώνυμου τραγουδιού ο συνειρμός μας τρέχει με τοξικομανείς στους δρόμους του Εδιμβούργου). Το Lust for Life είναι πολύ πιο rock n roll (όπως το ξέρουμε) θυμίζοντας περισσότερο τον Iggy των Stooges παρά εκείνο του Idiot χωρίς όμως να μη φαίνεται το άγγιγμα του Bowie παρά την punk φύση του Iggy. Με την υπογραφή της RCA κυκλοφορείται ακόμα ο live δίσκος TV-Eye-1977 Live (1978). Την ίδια περίοδο έδωσε μία σειρά από δυναμικές συναυλίες σε ΗΠΑ και Ευρώπη συνοδευόμενος από τον Bowie.

Στα τέλη των 70s ο Iggy υπογράφει με την Arista όπου και κυκλοφόρησε τους δίσκους New Values (1979), Soldier (1980) και Party (1981).


Η δεκαετία του 80 υπήρξε μία μεταβατική εποχή για τη μουσική παγκοσμίως με πολλούς σπουδαίους καλλιτέχνες των 60s και 70s να προσπαθούν να προσαρμοστούν στους νέους ήχους τις περισσότερες φορές αποτυχημένα. Ο Iggy μουσικά μπερδεμένος παρουσιάζεται με εμφανής έλλειψη σε πρωτοπορία με αποτέλεσμα να αφήσει την Arista και να προσχωρήσει στο δυναμικό της A&M Records απ’ όπου κυκλοφορεί το 1986 το Blah Blah Blah φτάνοντας ξανά σε εμπορική επιτυχία (μέχρι σήμερα μάλιστα τον πιο πετυχημένο εμπορικά solo δίσκο του αν και πλέον είναι ηχητικά ίσως και ο πιο ξεπερασμένος του). Ο δίσκος από τα πρώτα δευτερόλεπτα φωνάζει 80s ενώ ο ήχος οφείλει πολλά στην blues-rock κιθάρα του Steve Jones, κιθαρίστα των Sex Pistols. Την άνοιξη του 1988, η A&M κυκλοφορεί τη νέα του δουλειά Instinct. Εξακολουθούσε να προσελκύει πλήθη οπαδών στις συναυλίες του σε όλο τον κόσμο στη δεκαετία του 1980, κάνοντας περιοδεία και με νέα ονόματα της σκηνής, όπως οι Gang of Four. Βοηθούσε νέους καλλιτέχνες που εκτιμούσε, χαρακτηριστικό του μέχρι σήμερα. Δεν παρέλειπε επίσης, να σαρκάζει το κοινό του και σε κάποια εμφάνιση στο Λος Άντζελες απευθύνθηκε στον κόσμο, λέγοντας τους "καλοθρεμμένα λευκά παιδιά με τα ωραία σας συμπλέγματα. Έχετε καθόλου μυαλό στο κεφάλι σας, ηλίθιοι;". Φράσεις που μεταφράζονται από το κοινό του ως μέρους του μυστηρίου του Iggy. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι εκτός σκηνής, διατηρούσε μία συμπεριφορά που δε θύμιζε καθόλου τον εξαγριωμένο υπερκινητικό τύπο με το μικρόφωνο. Ζούσε ήρεμα και μία από τις κύριες ενασχολήσεις του ήταν το διάβασμα, είχε παρουσιάσει μάλιστα και ανάλυση στο έργο του κλασικού Άγγλου συγγραφέα Geoffrey Chaucer.


Η δεκαετία του 90 έχει και πάλι διαφορετική απόχρωση για τον Iggy Pop. Καθαρός πλέον από τα ναρκωτικά αρνείται να επαναλάβει τα λάθη της προηγούμενης δεκαετίας και να ακολουθήσει τις εύκολες λύσεις (αυτή τη φορά των 90s) όπως το να προσθέσει hip hop στοιχεία στη μουσική του ή να προσλάβει κάποιον βρετανό να κάνει ρεμίξ στα τραγούδια του. Σύμφωνα με τον ίδιο "αν κάνεις πράγματα στη μουσική σου που δε σε εκφράζουν μετά η ίδια σου η μουσική δεν είναι δική σου. Αντί για μουσικός γίνεται δημοσιότητα". Στις αρχές λοιπόν του 90 ο πρώτος στη λίστα του των παραγωγών είναι ο Don Was όπου και θα συνεργαστούν για τον δίσκο του 1990, Brick by Brick παρόλο που το 'Livin’ On The Edge Of The Night' είχε κυκλοφορήσει στο soundtrack της ταινίας Black Rain. Ένας hard rock δίσκος με τις ενδιαφέρουσες συνεργασίες με τους Slash και Duff McKagan των ενεργών ακόμα Guns N' Roses και την Kate Pierson, τραγουδίστρια των B-52, στην επιτυχία του δίσκου Candy. Το 1993 ακολούθησε το American Ceasar, με μία νέα εκτέλεση του 'Louie Louie' και το 'Wild America' με φωνητικά από τον Henry Rollins. Την ίδια χρονιά συνεχίζεται η ενασχόληση του με τον κινηματογράφο καθώς συνεργάζεται με τον Goran Bregovic για το soundtrack της ταινίας του Emir Kusturica, Arizona Dream, με πρωταγωνιστή τον μετέπειτα φίλο του Iggy, Johnny Depp. Τρία χρόνια αργότερα όπως προαναφέρθηκε θα αφήσει εποχή η συμμετοχή του 'Lust for Life' στο Trainspotting. Αδύνατον να μην αναφερθεί η συμμετοχή του στη σειρά μικρού μήκους ταινιών του Jim Jarmusch, Coffee and Cigarettes, όπου τον βλέπουμε σε μία καφετέρια με τον Tom Waits να γιορτάζουν το κόψιμο του τσιγάρου καπνίζοντας και να έχουν μία άβολη συζήτηση που φυσικά δε βγάζει κανένα νόημα.


Το 1999 θα κυκλοφορήσει το αμφιλεγόμενο Avenue B, όνομα της γειτονιάς του στη Νέα Υόρκη, όπου και ηχογραφήθηκε ολόκληρος εκεί. Παραγωγός και πάλι ο Don Was που σχετικά ο Iggy λέει πως "ένα πράγμα που κάνει ο Don είναι να με ξανασυνδέσει με τον κόσμο της σύγχρονης pop και rock n roll. Είμαι μοναχικό άτομο και περνάω περισσότερο χρόνο μόνος μου. Ζω με τις σκέψεις μου, γράφω, κρύβομαι πολύ συχνά και χάνω την επαφή μου με την κοινωνία. Αυτός είναι πολύ κοινωνικός και ακούει οτιδήποτε καινούργιο κυκλοφορεί. Μου είπε να δοκιμάσω να παίξω με ένα νέο γκρουπ, τους Medeski, Martin & Wood. Του είπα να πάει να γαμηθεί. Αυτός επέμενε κι εγώ πείσμωσα. Τελικά από σεβασμό και επειδή με το δικό μου γκρουπ ένα συγκεκριμένο τραγούδι δεν έβγαινε όπως ήθελα, του είπα 'γιατί όχι; Σέβομαι τη γνώμη σου και σε έχω χρυσοπληρώσει. Όλα μου τα λεφτά πήγαν σε εσένα. Ας το δοκιμάσουμε!'. Έτσι, τους έφερα στο στούντιο και το πράγμα δούλεψε αμέσως. 'Ας γράψουμε κι άλλα τραγούδια μαζί', είπα. Να και άλλη μια βοήθεια που μου προσέφερε ως παραγωγός: μου βρήκε κάποιους καλούς μουσικούς!". Μία δήλωση, όχι η σημαντικότερη στην καριέρα του, που όμως μέσα από αυτή καταλαβαίνει κανείς την αυθεντικότητα και τον αυθορμητισμό του Iggy.

Ο Iggy Pop είναι διαχρονικά cool και δεν μπορεί να σταματήσει να είναι όντας κυριολεκτικά ο πατέρας του πανκ τόσο σε μουσικό όσο και σε ιδεολογικό επίπεδο, και το σημαντικότερο, χωρίς να προσπαθεί. Οι ακραίες εμφανίσεις του, είτε αρέσουν σε κάποιον αισθητικά είτε όχι, κάνει πολλούς μετέπειτα καλλιτέχνες να δείχνουν ότι προσπαθούν πολύ να προκαλέσουν που δεν έχουν από την ενέργεια και την αυθεντική παιδικότητα του Iggy. Παραμένει δισκογραφικά ενεργός μέχρι σήμερα με προσωπικές δουλειές αλλά και προωθώντας νέους μουσικούς. Φέτος τον συναντήσαμε στον ατμοσφαιρικό προσωπικό του δίσκο Free αλλά στη συμμετοχή του στο άλμπουμ των Warmduscher, Tainted Lunch.

Όταν η alternative δεν είναι η εναλλακτική σου​

  • Facebook
  • Instagram
  • Spotify
  • YouTube
  • Twitter

©2021 by Breakroom