#review: Pixies - Beneath the Eyrie

Το τελευταίο στοίχημα χωρίς την Kim Deal.

Μέσα σε μόλις 4 χρόνια (1988-1991) και 4 δίσκους, οι Pixies φρόντισαν να αφήσουν φαρδιά - πλατιά το όνομά τους στην μουσική ιστορία, διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό την alternative του ‘90. Η δισκογραφική τους επιστροφή μετά την φυγή της Kim Deal το 2013 αντιμετωπίστηκε με ενθουσιασμό, αλλά τόσο το Indie Cindy (2014), όσο και το Head Carrier (2016) δεν κατάφεραν να εντυπωσιάσουν παρά τις καλές στιγμές τους. Τρία χρόνια αργότερα -και μετά από ένα πολυδιαφημισμένο podcast να καλύπτει τις ηχογραφήσεις- παίζουν τα ρέστα τους στο Beneath the Eyrie (2019) σε μια προσπάθεια που μοιάζει με το τελευταίο στοίχημα για την αναζωπύρωση της μαγείας τους, 30 χρόνια μετά το Doolittle (1989). Χωρίς την Kim για άλλη μια φορά.

Γράφει ο Δημήτρης Φαληρέας

Ξεκινώντας από τα πολύ βασικά, δεν υπάρχει λόγος να ακούσει κανείς αυτό τον δίσκο αν περιμένει να ακούσει “παλιούς Pixies”. Η φωνή του Black έχει αλλάξει, οι συσχετισμοί στην μπάντα δεν είναι οι ίδιοι και η παραγωγή του Albini δεν υπάρχει πια. Οπότε αν περιμένετε το νέο “Monkey Gone to Heaven” δεν θα το βρείτε. Μιλάμε πλέον για δυο ξεχωριστές δισκογραφικές περιόδους με άλλα στοιχεία, άλλη παραγωγή κι άλλο ήχο στο σύνολό τους. Υπάρχουν τραγούδια όπου τα μοτίβα που ξέρουμε βγαίνουν στην επιφάνεια, αλλά είναι εξαιρέσεις, όχι κανόνας. Πολύς κόσμος (μαζί κι εγώ) θα ήθελε να κυκλοφορήσουν άλλα 40’ από το Surfer Rosa, αλλά μια τέτοια επιθυμία δεν στέκει σε κανένα επίπεδο. Το ξεκαθαρίζουμε και προχωράμε. 

Κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητα κακό. Απομακρύνοντας τέτοιες μη ρεαλιστικές προσδοκίες μπορούμε να εξετάσουμε πιο ελεύθερα το άλμπουμ και να το δούμε όχι ως συνέχεια (που ούτως ή άλλως δεν είναι) αλλά ως κάτι καινούριο κι αυτοτελές (που είναι). Ένα από τα μεγάλα προβλήματα των post Kim δίσκων ήταν ότι έδεναν ευκολότερα ως solo του Frank Black, όχι ως Pixies. Αυτό είναι κάτι που παρότι δεν εξαφανίζεται πλήρως στο Beneath the Eyrie, σίγουρα περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό. Υπάρχει χώρος για να ακούσουμε το μπάσο της Lenchantin, το οποίο αποδεικνύεται πολύ πιο δημιουργικό απ’ ό,τι έχουμε δει τα τελευταία χρόνια (“On Graveyard Hill”, “Catfish Kate”) και η κιθάρα του Santiago φαίνεται όντως γραμμένη από τον Santiago (“Silver Bullet”, “This Is My Fate”). Αυτά τα 4 κομμάτια, μαζί με το “Bird of Prey” που μοιάζει σα να βγήκε κατευθείαν από τα b-sides του Trompe Le Monde (1991) και ισχύει το ίδιο, είναι οι καλύτερες στιγμές του άλμπουμ και δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο.

Συνειδητοποιώντας μόλις ότι “οι καλύτερες στιγμές του άλμπουμ” είναι τα 5 στα 12 τραγούδια κι αν προσθέσουμε το επιθετικό “St. Nazaire” που μπορεί να είναι περισσότερο - Cramps - παρά - Pixies, αλλά λειτουργεί μια χαρά, έχουμε ήδη τον μισό δίσκο να ξεπερνά τις αδυναμίες των τελευταίων κυκλοφοριών. Όσον αφορά τον άλλο μισό βέβαια, τα πράγματα γίνονται δυσκολεύουν. Το “Daniel Boone” είναι ίσως το πιο βαρετό τραγούδι που έχουν γράψει ποτέ και η θέση του πριν το φινάλε, κουράζει και κόβει την όρεξη για το κατά τα άλλα συμπαθές μακάβριο surf του “Death Horizon”. Το “Ready for Love” όχι μόνο είναι ο ορισμός του filler, αλλά πραγματικά καταστρέφει τον ρυθμό. Έρχεται μετά από μια πολύ δυναμική τετράδα τραγουδιών, η οποία κορυφώνεται με το βαθύ και σκοτεινό “This Is My Fate” -ό,τι πιο κοντινό στον κλασικό ήχο των Pixies έχει κυκλοφορήσει μετά το ‘91 - και το μόνο που εξυπηρετεί είναι στο να ρίξει την ένταση για το “Silver Bullet” και τα κομμάτια της Lenchantin (“Long Rider” και “Los Surfers Muertos). Αυτά είναι ένα άλλο προβληματικό κεφάλαιο. Παρότι είναι μια γλυκιά αφιέρωση σε δύο συνέχειες στην Desiree, καλή φίλη της μπασίστριας που σκοτώθηκε κάνοντας σερφ κι έχει τα φόντα για να γίνει μία δυνατή συναισθηματική στιγμή, εμπεριέχει όλα τα μουσικά στοιχεία που δεν τράβηξαν στο Indie Cindy και στο Head Carrier κι εν τέλει φαντάζουν ανέμπνευστα.

Αν θέλουμε να είμαστε πιο κυνικοί, μπορούμε να πούμε ότι αυτή η “σφήνα” στην μέση του δίσκου είναι απάντηση ή και μεταμέλεια στην υπ’ αριθμόν 1 αιτία για την δύσκολη σχέση Deal - Black, την άρνηση του δεύτερου να της αφήσει τον απαραίτητο χώρο στην δημιουργική διαδικασία. Αλλά τουλάχιστον σε αυτή την περίπτωση δεν δουλεύει, ούτε μουσικά (τα είπαμε), ούτε στιχουργικά, αφού ξεφεύγει εντελώς από τα θέματα που ο Black επανεισάγει στο γράψιμό του, από την Βίβλο και αυτοεκπληρούμενη καταστροφή, μέχρι την σκοτεινή και μυστηριώδη γυναικεία φιγούρα, πηγή έρωτα, βασάνων κι άλλων δαιμονίων (βλ. “Hey”, “Is She Weird” κ.α) και...είναι σφήνα.

Το Beneath the Eyrie είναι με διαφορά ο καλύτερος δίσκος των Pixies μετά την δισκογραφική τους επιστροφή και για πρώτη φορά εκπληρώνει το όραμα της μπάντας. Ενσωματώνει επιτυχώς στοιχεία από το παρελθόν τους χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτό και καταφέρνει να δημιουργήσει το “album feeling” του διακριτού ήχου και της ενότητας που έλειπε από τους προηγούμενους. Δεν γλιτώνει από κάποια μελανά στοιχεία -πιστεύω ότι αν έλειπαν 2-3 κομμάτια θα μιλούσαμε σε εντελώς διαφορετική βάση- αλλά το τελευταίο στοίχημα κερδήθηκε και είναι η απόδειξη ότι οι Pixies μπορούν να έχουν όχι μόνο παρελθόν, αλλά και μέλλον.

Βαθμολογία: 7/10

 

Album Info:

Pixies - Beneath the Eyrie

Label | BMG/Infectious

Producer | Tom Dalgety

Release Date | 13/9/2019

Tracklist:

1. In the Arms of Mrs. Mark of Cain

2. On Graveyard Hill

3. Catfish Kate

4. This Is My Fate

5. Ready for Love

6. Silver Bullet

7. Long Rider

8. Los Surfers Muertos

9. St. Nazaire

10. Bird of Prey

11. Daniel Boone

12. Death Horizon

Δημήτρης Φαληρέας

Αρχισυντάκτης

back to top

Comments

AGENDA

No event in the calendar
July 2020
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31

Editorial