To Anomalisa μας θύμισε το πόσο μόνοι είμαστε

Και δεν ευθύνονται οι άλλοι για αυτό.

O Charlie Kaufman είναι γνωστός από τα τέλη της δεκαετίας του ‘90 για τα ευφυή, περίεργα και ταυτόχρονα παλαβά σενάρια που γράφει, καταφέρνοντας να κερδίσει κι ένα βραβείο Όσκαρ στη συγκεκριμένη κατηγορία. Το 2008 αποφασίζει να στραφεί και στη σκηνοθεσία με το Synecdoche, New York. Φέτος, καταφτάνει η τρίτη σκηνοθετική του απόπειρα και είναι μια καλή ευκαιρία να θυμηθούμε την προηγούμενη του προσπάθεια, το Anomalisa, ένα stop motion ενήλικο animation του 2015. 

Γράφει ο Δημήτρης Τάσκου

Στην ταινία, ακολουθούμε τον πρωταγωνιστή μας, Μάικλ σε ένα επαγγελματικό του ταξίδι. Από την έναρξη, όπου τον πετυχαίνουμε στο αεροπλάνο, μέχρι και να φτάσει στο ξενοδοχείο, μας είναι γνωστά δύο πράγματα. Αρχικά, συνειδητοποιούμε για τον Μάικλ πως είναι ένας ντροπαλός άνθρωπος, όχι ιδιαίτερα επικοινωνιακός ενώ υπάρχουν ελάχιστες στιγμές που τον βλέπουμε να είναι έτοιμος να εκραγεί. Παρόλα αυτά, διατηρεί μια ευγένεια και μια γλυκύτητα στη στάση του. Το δεύτερο αφορά μια παλαιότερη ερωτική ιστορία του ήρωα μας, η οποία τελείωσε κάπως άδοξα, με τον ίδιο να εγκαταλείπει τη σχέση του και φαίνεται πως για κάποιο λόγο τον απασχολεί σε αυτή τη φάση της ζωής του.  

Προχωρώντας, συνειδητοποιούμε πως ο Μάικλ είναι παντρεμένος με παιδί και φαίνεται πως δεν νιώθει χαρούμενος στο γάμο του, ενώ ακόμη και με τον γιο του εμφανίζεται απόμακρος. Έχει την συνεχή ανάγκη να καπνίζει, ακόμη και μέσα στο ταξί, στην προσπάθεια του να ξεχάσει όσα τον ταλαιπωρούν μέσα στο κεφάλι του και να ηρεμήσει. Έπειτα, μαθαίνουμε πως η γυναίκα από το παρελθόν μένει στην ίδια πόλη, στην οποία εκείνος θα πραγματοποιήσει την διάλεξη του και θέλει να την συναντήσει. Για να της δώσει εξηγήσεις; Επειδή μετάνιωσε και θέλει να επανορθώσει; Γιατί ο γάμος του έγινε φορτίο και πρέπει να ξεφύγει; Ακόμη δεν είμαστε πλήρως σίγουροι. Όταν έρχεται όμως να τον επισκεφθεί, ούτε ο ίδιος φαίνεται να ήξερε τελικά τι ήθελε από εκείνη. Ήταν σαν να ήλπιζε να πιαστεί από αυτή, βλέποντας την  σαν μια σανίδα σωτηρίας.  

Μετά από αυτή την απογοητευτική συνάντηση, περπατά στους μουντούς δρόμους της πόλης, θέλοντας να πάρει ένα παιχνίδι στον γιο του. Τελικά καταλήγει άθελα του σε ένα κατάστημα με sex toys. Κι όμως, δεν θα φύγει από εκεί με άδεια χέρια. Θα αντικρύσει μια γιαπωνέζα κούκλα, όπου είναι ορατό μόνο το μισό της πρόσωπο και ο Μάικλ, όπως χαρακτηριστικά λέει, την βρίσκει πανέμορφη. Γιατί όμως; Τι το τόσο ξεχωριστό έχει; Στη μέχρι τώρα διάρκεια της ταινίας, παρατηρούμε πως όλοι οι χαρακτήρες ανεξαιρέτως, εκτός φυσικά του πρωταγωνιστή μας, έχουν την ίδια φωνή και ταυτόχρονα έχουν και το ίδιο πρόσωπο. Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο ίδιων και βαρετών ανθρώπων κι ο ήρωας μας μοιάζει απελπιστικά μόνος. Όποτε, οτιδήποτε έμοιαζε διαφορετικό, ακόμη και σε αυτό το μέρος, ακόμη κι αν δεν είναι ένας άνθρωπος, ακόμη κι αν δεν έχει ολοκληρωμένο πρόσωπο, δίνει μια στάλα ελπίδα στον χαρακτήρα μας.  

Όμως, όταν επιστρέφει στο ξενοδοχείο, ακούει μια φωνή, μια φωνή τόσο διαφορετική από όλες τις άλλες, που τον κάνει να βγει τρέχοντας από το δωμάτιο του και να αρχίζει να αναζητεί σε ποια ανήκει. Τελικά καταλήγει σε ένα δωμάτιο, όπου βρίσκονται η Έμιλυ και η Λίζα, με την δεύτερη να είναι η φωνή που τόσο απεγνωσμένα έψαχνε. Πληροφορείται ότι οι δύο φίλες ήρθαν στο ξενοδοχείο με σκοπό να παρακολουθήσουν την διάλεξη του και ο ίδιος αποφασίζει να τις προτείνει να πιούνε ένα ποτό στο μπαρ. Καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης τους, βλέπουμε τον πρωταγωνιστή μας ίσως για πρώτη φόρα πραγματικά χαρούμενο και μαγεμένο από την Λίζα, από την οποία δεν μπορεί να πάρει το βλέμμα του. Την στιγμή που αποφασίζουν να γυρίσουν στα δωμάτια τους, της ζητά να συνεχίσουν το ποτό τους στο δωμάτιο του κι εκείνη διστακτικά δέχεται. 

H Λίζα ίσως να μην είναι και το κλασικό πρότυπο ομορφιάς που θα είχε κανείς στο μυαλό του. Εμφανίζεται ως ένα ήσυχο κορίτσι, υπερενθουσιώδες καμιά φορά, με χαμηλή αυτοπεποίθηση και αρκετές ανασφάλειες. Χαρακτηριστικά λέει πως όλοι οι άντρες προτιμούν την Έμιλυ. Μπορεί να ντρέπεται για κάποια πράγματα πάνω της, παρόλα αυτά δεν εμφανίζεται ως γκρινιάρα, αλλά αντίθετα είναι μια πολύ γλυκιά κοπέλα. Αυτή η διαφορετικότητα της είναι που άγγιξε τον Μάικλ. 

Μέσα στο δωμάτιο, ο Μάικλ θέλει να μάθει τα πάντα για εκείνη. Από τα ενδιαφέροντα της μέχρι το πώς πέρασε την μέρα της. Θέλει να ακούει τη φωνή της συνεχώς, γιατί επιτέλους στα αυτιά του ηχεί κάτι διαφορετικό. Έπειτα, ακολουθεί μια από τις ωραιότερες ερωτικές σκηνές, χωρίς υπερβολή, στην ιστορία του σινεμά. Ρεαλιστική, με όλα τα ευτράπελα που μπορούν να συμβούν σε μια τέτοια στιγμή, χωρίς παράλληλα να χάνει στάλα από τον ερωτισμό και τον ρομαντισμό της. Και όλα αυτά με δύο μαριονέτες. 

Το επόμενο πρωί, ο πρωταγωνιστής μας ξυπνά από έναν εφιάλτη. Είδε όλους όσους βρίσκονται στο ξενοδοχείο να εμποδίζουν εκείνον και την Λίζα να είναι μαζί. Όσα πράγματα ίσως υποψιαστήκαμε στη σκηνή του ονείρου, τα διαπιστώνουμε όταν παίρνει το πρωινό του το ζευγάρι. Βλέπουμε πως ενοχλούν τον Μάικλ κάποια πράγματα που κάνει η Λίζα, όπως για παράδειγμα το να μιλάει με γεμάτο στόμα. Όσο συνεχίζει και μιλάει, εκείνος ακούει πράγματα που τα έχει ξανακούσει και σταδιακά η φωνή και το πρόσωπο της Λίζα αρχίζουν να αλλάζουν και να γίνεται όπως όλοι οι άλλοι. 

Ο Μάικλ, παρότι ως αυτό το σημείο είναι συμπαθέστατος, εντούτοις στο τέλος έχουμε μάλλον ανάμεικτα συναισθήματα για εκείνον. Προσωπικά, βλέποντας όλον αυτό τον βαρετό και τόσο κοινότυπο κόσμο στον οποίο ζει, τον λυπόμουν και ήμουν μαζί του σε κάθε του βήμα. Νόμιζα πως όλοι αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι είναι κάποιο είδους σχόλιο του Kaufman πάνω στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Αλλά τελικά, είναι η προβολή του ήρωα πάνω στον κόσμο. Δεν είναι οι άνθρωποι τόσο συνηθισμένοι και βαρετοί αλλά ο ίδιος τον βλέπει έτσι. Υποφέρει από τον σύνδρομο Fregoli, όπως είναι και το όνομα του ξενοδοχείου που διαμένει, εξαιτίας του οποίου πιστεύει πως ο κάθε άνθρωπος είναι το ίδιο πρόσωπο. Στην Λίζα, είδε τις ελπίδες του για να ξεφύγει από αυτή την καθημερινότητα. Όμως, δεν είναι τόσο διαφορετική όσο νόμιζε και ούτε υποχρεούται να είναι φυσικά. Υποχρεούται να είναι ο εαυτός της και για αυτό θα έπρεπε να την ερωτευτεί. Αλλά εκείνος είδε μόνο όσα ήθελε να δει σε εκείνη. Για αυτό στο τέλος χωρίζουν και μένει και πάλι μόνος του.

Η ταινία μας υπενθυμίζει την αδυναμία του ανθρώπου για πραγματική επικοινωνία με άλλον. Τονίζεται με ειρωνικό τρόπο και από το γεγονός ότι στη διάλεξη του ο Μάικλ προτρέπει τους άλλους να έρθουν σε αληθινή επικοινωνία με τον πελάτη και να καταλάβουν πως μιλούν με έναν άνθρωπο με τη δική του μοναδική προσωπικότητα. Όμως, εκείνος είναι ένα άτομο εσωστρεφή, όπου αδυνατεί να επικοινωνήσει με τον οποιονδήποτε. Αλήθεια, έχουμε πραγματική επικοινωνία σήμερα; Σε μια εποχή που είναι πιο εύκολο από ποτέ να κλειστούμε στον εαυτό μας και να κρυφτούμε πίσω από μια οθόνη; Στην εποχή των «τέλειων» των social media μπορεί να χωρέσει μια Λίζα και πόσο είμαστε έτοιμοι να παραδεχτούμε και να δείξουμε τις αδυναμίες μας; Ή μήπως τελικά η μοναξιά μοιάζει πιο εύκολη τελικά;

Δημήτρης Τάσκου

Κινηματογραφικός συντάκτης

back to top

Comments

AGENDA

No event in the calendar
September 2020
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30