The Mulholland Man

Ο βίος και η πολιτεία του σπουδαιότερου Χολιγουντιανού τρελάρα.  

Κατέχει μια από τις μακροβιότερες καριέρες, διάρκειας σχεδόν 60 χρόνων. 12 υποψηφιότητες στα βραβεία της Aκαδημίας, οι περισσότερες για άνδρα ηθοποιό. Μια υποψηφιότητα για Όσκαρ σε κάθε δεκαετία από τα 60’s μέχρι τα 00’s. Πλήθος εμβληματικών ρόλων, σε ταινίες κάθε είδους. Θα μπορούσα να συνεχίσω να αναφέρω αριθμητικά στοιχεία για ώρες, ωστόσο δεν πιστεύω πως χρειάζεται, μιας και είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο Jack Nicholson είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς, αν όχι ο πιο δημοφιλής εν ζωή ηθοποιός σήμερα. Με αφορμή λοιπόν τα ογδοηκοστά δεύτερα γενέθλια του αλλά και λόγω της καθημερινότητας της καραντίνας που θέλοντας και μη θυμίζει την φρικτή απομόνωση των Torrance, αποφάσισα να αφιερώσω μερικές λέξεις και λίγο από τον άπλετο ελεύθερο χρόνο μου σε αυτόν τον μοναδικό ηθοποιό. 

Γράφει ο Αλέσσιο Γκούτζιος

O John Joseph Nicholson γεννήθηκε την άνοιξη του μακρινού 1937 στο Neptune City του New Jersey και έζησε μια ιδιόρρυθμη παιδική ηλικία. Μεγαλωμένος απο την Ethel May Nicholson, η οποία πίστευε πως ήταν η μητέρα του, ενώ στην πραγματικότητα ήταν η γιαγιά του.  Η πραγματική του μητέρα, Junes Frances Nicholson, η οποία αντίστοιχα πίστευε πως είναι η μεγάλη του αδερφή, ήταν επαγγελματίας showgirl. Όπως είναι λογικό, ένα τέτοιο επάγγελμα την δεκαετία του '40, άφηνε ελάχιστο χρόνο και ενέργεια σε μια γυναίκα για να ασκήσει τα μητρικά της καθήκοντα. Παράλληλα ο Jack Nicholson δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα του, πιθανολογείται ωστόσο πως ήταν ο Donald Furcillo, γνωστός showman της εποχής, με τον οποίο η Junes Frances παντρεύτηκε το 1936. Ο γάμος τους ωστόσο είχε σύντομη ζωή, καθώς διαλύθηκε λίγο πριν γεννηθεί ο μικρός Jack, μιας και η Frances έμαθε πως ο αγαπημένος της είχε ήδη γάμο και οικογένεια σε άλλη πολιτεία της Αμερικής. Για αυτό τον λόγο η June που ήταν στην ηλικία των μόλις 17 ετών, συμφώνησε με τους γονείς της να μεγαλώσουν αυτοί στην θέση της τον Jack, χωρίς να του αποκαλύψουν ποτέ την αλήθεια, ενώ η αδερφή της June, Lorraine, θα υποδυόταν την άλλη αδερφή του.  Όλα αυτά ο ίδιος δε τα γνώριζε πριν το 1975, όταν η υποκριτική του καριέρα ήταν ήδη καταξιωμένη. Ήταν τότε, που ένας αρθρογράφος των New York Times κατά την έρευνα του για ένα αφιέρωμα (καλή ώρα) στον Jack, ανακάλυψε όλη την αλήθεια για την παιδική του ηλικία.  Όταν ο ίδιος ενημερώθηκε για τα περιστατικά αυτά από τον αρθρογράφο σχολίασε απλώς ότι ξαφνιάστηκε, αλλά ότι η εμπειρία δεν ήταν και ιδιαίτερα τραυματική, μιας και ήταν ήδη νεαρός ενήλικας. Δυστυχώς όμως, η μητέρα του είχε ήδη αποβιώσει και έτσι δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να συζητήσει μαζί της το περιστατικό αυτό. Χρόνια αργότερα, ο γνωστός βιογράφος Patrick McGilligan, κατά την συγγραφή του βιβλίου Jack’s Life κατέληξε πως τελικά ο πατέρας του να μην ήταν ο Donald Furcillo, αλλά ο Edgar Kirschfeld, γνωστή περσόνα της showbiz της εποχής, που στα sixties εκτελούσε χρέη μάνατζερ (και όχι μόνο) για την June.

Αρκετά όμως με τις ίντριγκες και τα ερωτικά περιπλέγματα της μητέρας του. O Jack πέρασε μια πολύ ταραχώδη εφηβική ηλικία, μεταξύ καθημερινών αποβολών από το σχολείο και τον τίτλο του «κλόουν της τάξης» ως απόφοιτος το 1954. Εκείνη η χρονιά ήταν σημαντική για αυτόν και για άλλους λόγους. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους, ο δεκαεφτάχρονος Jack έρχεται για πρώτη φορά το Los Angeles, με αφορμή μια επίσκεψη στην «αδερφή» του.  Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά.  Ξεκαθάρισε αμέσως στο μυαλό του ότι πλέον η μοναδική του θέληση στην ζωή ήταν να γίνει ηθοποιός. Σχεδόν αμέσως έπιασε δουλειά ως γραφιάς στο γραφείο των William Hanna και Joseph Barbera, θρυλικοί δημιουργοί κινούμενων σχεδίων για την MGM Cartoon Studio. Έτσι έθεσε τις βάσεις μιας μακρόβιας καριέρας την οποία ούτε σχεδίαζε, ούτε και φανταζόταν.  Καθώς δούλευε λοιπόν στο καρτουνιστικό αυτό μεγαθήριο του προτάθηκε μια θέση ως δημιουργό κινούμενων σχεδίου εισαγωγικού επιπέδου, την οποία όμως αρνήθηκε, μιας και ήταν απόλυτα αποφασισμένος να γίνει ηθοποιός. Αυτή του η θαρραλέα απόφαση δεν άργησε να τον ανταμείψει. Το ντεμπούτο του ως ηθοποιός συνέβη το 1958 στην ταινία Cry Baby Killer όπου υποδύεται τον νεαρό πρωταγωνιστή. Αυτή ήταν η πρώτη του συνάντηση με τον σκηνοθέτη και παραγωγό Roger Corman και αποτέλεσε αρχή μιας συνεργασίας που διήρκησε μια δεκαετία. Για όσους δε γνωρίζουν, o Roger Corman είναι ένας από τους σπουδαιότερους  Αμερικάνους καλτ κινηματογραφιστές  και ήταν ένα από τα κύρια πρόσωπα που επηρέασαν το κίνημα του «Νέου Χόλυγουντ» στα 60’s και 70’s. Γνωστός και ως «ο Πάπας του λαϊκού κινηματογράφου» , οι ταινίες του αποτέλεσαν βατήρας εκκίνησης για πολλούς σπουδαίους ηθοποιούς όπως τον Peter Fonda, Dennis Hopper, Bruce Dern και Sylvester Stallone ενώ μεγάλοι σκηνοθέτες της εποχής εκείνης  όπως ο Martin Scorsese, Francis Ford Coppola και James Cameron τον αναφέρουν ως βασικό τους μέντορα.  Έτσι λοιπόν, O Jack Nicholson  καθ 'όλη σχεδόν τη δεκαετία του '60 εμφανίστηκε σε μια σειρά horror ταινιών χαμηλού μπάτζετ, που είχαν συνήθως σκηνοθέτη ή παραγωγό τον Corman. Παρά την συνεχή απασχόληση που είχε ωστόσο, η καριέρα του ως ανερχόμενος ηθοποιός παρέμενε στάσιμη. Έτσι λοιπόν αποφασίζει να δοκιμάσει την τύχη του πίσω από την κάμερα και συγκεκριμένα ως συγγραφέας. Η πρώτη του επιτυχημένη απόπειρα ήταν η συγγραφή του σεναρίου για το The Trip, μια ταινία βαθιά επηρεασμένη από την  αντικουλτούρα του 60, την οποία θα σκηνοθετούσε ο Corman. Πρωταγωνιστές ήταν ο Dennis Hopper και ο Peter Fonda από τους οποίους ο Nicholson έλαβε πολύ θετικές κριτικές για την δουλειά του, παρά το μετέπειτα αποτυχημένο αποτέλεσμα της ταινίας, και εξασφαλίζοντας μια επαγγελματική σχέση που πολύ σύντομα θα γινόταν ζωτικής σημασίας για την καριέρα του. 

Έπειτα από σχεδόν μια δεκαετία horror χαμηλού μπατζετ και ημι-πετυχημένων αποπειρών συγγραφής, ήταν η στιγμή για την πρώτη πραγματική του ευκαιρία.  Το 1968 ξεκίνησαν τα γυρίσματα για το Easy Rider με τον Dennis Hopper και τον Peter Fonda, οι οποίοι πέρα από πρωταγωνιστές, ήταν και σκηνοθέτες, συγγραφείς και παραγωγοί της ταινίας. Λίγο πριν την έναρξη των γυρισμάτων, ο Bruce Dern, που είχε έναν δευτερεύοντα ρόλο στην ταινία, αποφάσισε να αποχωρίσει λόγω διενέξεων με άλλες υποχρεώσεις εκείνη την εποχή. Έτσι λοιπόν οι νεαροί κινηματογραφιστές, αποφάσισαν πως ο τέλειος αντικαταστάτης θα ήταν ο Jack Nicholson, ο λαμπρός αυτός νέος που είχαν γνωρίσει λίγο καιρό νωρίτερα, στο πλατό του The Trip.  Ο Jack φυσικά δέχτηκε την πρόταση αμέσως, παρότι η ταινία ήταν για ακόμη μια φορά μια παραγωγή χαμηλού μπάτζετ. Αυτήν την φορά ωστόσο τα πράγματα εξελίχτηκαν διαφορετικά, μιας και το Easy Rider πέτυχε τεράστια δημοτικότητα, εξασφαλίζοντάς του παγκόσμια φήμη, και οδηγώντας τον στην πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ. Η επιτυχία του Nicholson ήρθε απότομα, το Easy Rider ωστόσο ήταν μόνο η αρχή. Ένα χρόνο αργότερα πρωταγωνιστεί στο Five Easy Pieces, ένα φιλμ που πέτυχε μεγάλη και αναπάντεχη δημοτικότητα, και τον οδήγησε στην δεύτερη συνεχόμενη Οσκαρική του υποψηφιότητα. Με την μοναδική του ικανότητα, ο Nicholson κερδίζει τον τίτλο του Νέου Αμερικανού Αντιήρωα, τραβώντας πάνω του τα μάτια της Χολιγουντιανής κοινότητας, ενώ οι κριτικοί άρχισαν να τον συγκρίνουν με ονόματα όπως James Dean και Marlon Brando. Σε εκείνο το σημείο της καριέρας του o Nicholson είχε ήδη πάρει μια γεύση του τι σημαίνει να είσαι αστέρι του Χόλλυγουντ και δεν είχε καμιά βλέψη να σταματήσει την φαινομενική του πορεία προς την κορυφή. Το '73 και το '74 πρωταγωνιστεί πρώτα στο The Last Detail και έπειτα στο νέο-νουάρ μυστήριο του PolanskiChinatown, εξασφαλίζοντας ακόμη δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ , χωρίς ωστόσο να καταφέρει να κερδίσει το πολυπόθητο αγαλματίδιο. Σε αυτό το σημείο ο Nicholson είναι πλέον το μεγάλο όνομα της εποχής, έχοντας δεκάδες χιλιάδες υποστηρικτές στην καλτ κουλτούρα και όχι μόνο. H ενσάρκωση περίεργων, ιδιόρρυθμων ή και διεστραμμένων χαρακτήρων γίνεται πλέον χαρακτηριστικό του γνώρισμα, και η νίκη του στα βραβεία της ακαδημίας δεν αργεί να έρθει. Ένα χρόνο αργότερα, παραδίδει μια από τις πιο αξιομνημόνευτες περφορμανς στην καριέρα του, υποδυόμενος  τον στασιαστή νοσηλευόμενο ψυχιατρικού ιδρύματος Randle McMurphy στο διάσημο One Flew Over The Cuckoo’s Nest. To φιλμ σάρωσε τα βραβεία χαρίζοντας στον Nicholson την πρώτη του νίκη στα Όσκαρ. 

Ο Jack Nicholson έγινε από ηθοποιός β κατηγορίας που πρωταγωνιστεί σε χόρορ χαμηλού μπάτζετ σε πέντε φορές υποψήφιος για Όσκαρ, μια από τις οποίες επιτυχημένα. Για την συντριπτική πλειοψηφία των ηθοποιών του Χόλυγουντ, αυτό θα σήμαινε το τέλος στην ανοδική πορεία της καριέρας τους. Ο Nicholson όμως είχε ήδη αποδείξει ότι δεν ήταν σε καμία περίπτωση ένας κοινότυπος ηθοποιός. Η ραγδαία εξέλιξη του δεν τελειώνει στο Dorothy Chandler Pavilion, και η νίκη του στα βραβεία της Ακαδημίας του 1976 είναι μόνο η κορυφή του βουνού. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '70, ο Jack συνεχίζει να αναλαμβάνει όλο και πιο ιδιαίτερους ρόλους , αναπτύσσοντας παράλληλα μια εντελώς δική του υποκριτική μέθοδο. «Κλέβει» τους χαρακτήρες από το μυαλό τον σκηνοθετών και τους γνωρίζει προσωπικά, τους μελετάει, τους κάνει μέρος του εαυτού του. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι ότι από την αρχή μέχρι και το πέρας των γυρισμάτων της εκάστοτε ταινίας, δεν αφήνει ποτέ τον ρόλο που υποδύεται, αντιθέτως γίνεται ένα με αυτόν και φέρεται αναλόγως. Πάνω στο πλατό κάνει εκτενή χρήση αυτοσχεδιασμού, «ξεκλειδώνει» τον χαρακτήρα και τα μυστικά του, τον εξελίσσει και τον απογειώνει, με αποτέλεσμα να καταφέρνει σχεδόν πάντα να πει και να κάνει όσα οι ίδιοι οι δημιουργοί δε σκέφτηκαν και παρουσιάζοντας μια τελειοποιημένη έκδοση.

To κρεσέντο της υποκριτική του μεθόδου, βρίσκει κορύφωση στον πρώτο ρόλο της νέας δεκαετίας, όταν υποδύεται τον Jack Torrance στο The Shining του Stanley Kubrick. Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι αυτή ήταν η δεύτερη απόπειρα συνεργασίας των δύο τους.  Η πρώτη συνέβη το 1969, όταν ο ανερχόμενος τότε σκηνοθέτης, εντυπωσιασμένος από την εμφάνιση του Jack στο Easy Rider, τον επέλεξε για να υποδυθεί τον Ναπολέων σε ένα φιλμ για την ζωή του Γάλλου, φιλμ το οποίο τελικά δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Αυτήν την φορά ωστόσο η συνεργασία τους αποτελεί dream team και κρυφό πόθο για κάθε σινεφίλ των 80s. Τα δύο μεγαλύτερα ονόματα της εποχής, μπροστά και πίσω από την κάμερα, συναντιούνται για να υλοποιήσουν την κινηματογραφική απόδοση του πιο πετυχημένου βιβλίου του σπουδαιότερου horror συγγραφέα όλων των εποχών. Όποιος δήλωνε μη εντυπωσιασμένος από αυτό το έργο, είτε έλεγε ψέματα είτε δεν είχε καμία επαφή με τον κόσμο της τέχνης. Ο Stanley Kubrick στα γυρίσματα δεν είναι ένας κοινότυπος σκηνοθέτης, και αυτό ο Jack Nicholson το καταλαβαίνει αμέσως. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες με τους οποίους είχε συνεργαστεί στο παρελθόν δε ενέκριναν ιδιαίτερα την κλίση του προς τον αυτοσχεδιασμό, και πολλές φορές ένιωθαν απειλούμενοι ή προσβεβλημένοι από τις αλλαγές που εφάρμοζε. Ο Kubrick αντιθέτως, στηρίζει πλήρως την προσέγγιση του Nicholson και τον ενθαρρύνει συνεχώς να κάνει εκτενή χρήση αυτοσχεδιασμού στις δοκιμές και τα γυρίσματα. Δεν του παραδίδει ποτέ ένα ολοκληρωμένο σχεδιάγραμμα των χαρακτηριστικών του Jack Torrance, παρά μόνο μια γενική σκιαγράφηση, αφήνοντας τον ίδιο να μελετήσει και να προσαρμόσει τον χαραχτήρα στο δικό του βεληνεκές, δίχως να συγκρατεί κανένα ένστικτο μέσα του.  Μέσα από αυτήν την μοναδική συνεργασία ηθοποιού-σκηνοθέτη, προέκυψαν κάποιες από τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές της ταινίας, όπως το θρυλικό «Here’s Johnny!» το οποίο ήταν εξολοκλήρου προϊόν του μυαλού του Nicholson. Αυτή η προσέγγιση στον χαρακτήρα του Jack Torrance ωστόσο δυσαρέστησε τον Stephen King, ο οποίος επανειλημμένως προσπάθησε να πείσει αφενός τον Kubrick, και αφετέρου την παραγωγή της ταινίας, να απολύσουν τον Nicholson ώστε να προσλάβουν κάποιον ηθοποιό με πιο παθητική υποκριτική προσέγγιση. Οι προσπάθειες του ωστόσο ήταν ανεπιτυχείς χάρη στον Kubrick που πάλεψε με νύχια και δόντια ώστε να μην αλλάξει το πρόσωπο του Jack Torrance. Παρά την αποτυχία του στην προσκόμιση υποψηφιοτήτων, η απόδοση του χαρακτήρα που πέτυχε ο Nicholson θεωρείται η σημαντικότερη εκτέλεση της καριέρας του, αλλά και μια από τις πιο εμβληματικές στην ιστορία του κινηματογράφου. Παρά την πληθώρα ρόλων που υποδύθηκε πριν και μετά, θεωρώ πως αυτός του Jack Torrance ήταν ο σπουδαιότερος όλων και αποτελεί ολικό μέγιστο για την ζωή και την καριέρα του. Η ενέργεια και ο δυναμισμός του είναι ανεπανάληπτα, ενώ ακόμη και ο πιο άπειρος θεατής μπορεί να συλλάβει την πεμπτουσία της υποκριτικής του μεθόδου. Η απόδοση αυτή του Jack Nicholson ήταν από τα πρώτα πράγματα που με έκαναν να αγαπήσω τον ίδιο, τoν Kubrick αλλά και τον κινηματογράφο γενικότερα. 

Η δεκαετία του ογδόντα συνεχίστηκε με ένα σερί επιτυχιών για τον πλέον όχι και τόσο φρέσκο ηθοποιό, ο οποίος πρωταγωνίστησε σε πολλές επιτυχημένες ταινίες όπως το The Postman Always Rings Twice και το Terms of Endearment το οποίο του εξασφάλισε και την δεύτερη επιτυχία του στα βραβεία της Ακαδημίας. Οι ρόλοι που υποδύεται εξακολουθούν να έχουν αρκετές ιδιαιτερότητες, η προσέγγισή του ωστόσο γίνεται πιο ήρεμη. Είναι ξεκάθαρο πως τα χρόνια αρχίζουν να το βαραίνουν και πως ο Jack Torrance «έκλεψε» αρκετό χρόνο και ενέργεια από την ζωή του. Η καριέρα του ωστόσο γνωρίζει μια σύντομη δεύτερη νιότη το 1989, όταν δέχεται τον ρόλο του Joker, τον πασίγνωστο κακό των κόμικς, στο επερχόμενο Batman του Tim Burton. Εκεί για ακόμη μια φορά, o Nicholson εξαπολύει το πλήρες φάσμα  της υποκριτικής του, παρουσιάζοντας έναν πολύ πιο αλλόκοτο και διεστραμμένο Joker, σε σύγκριση με αυτόν του Romero, που ταιριάζει γάντι με την σκοτεινή αισθητική του Burton. Η μοναδική του ικανότητα σε συνδυασμό με την γενικότερη αισθητική της ταινίας, κατέστησαν το Batman μεγάλη παγκόσμια επιτυχία, λανσάροντας για πρώτη φορά τις ταινίες υπερηρώων στον mainstream κινηματογράφο. 

Με τον Jack Torrance και τον Joker, ο Jack Nicholson έθεσε τα θεμέλια του σύγχρονου κινηματογραφικού ψυχοπαθή αντιήρωα. Πάνω σε αυτούς τους δύο εμβληματικούς ρόλους του, βασίστηκαν δεκάδες ηθοποιοί για να παρουσιάσουν την δική τους έκδοση διαταραγμένης προσωπικότητα, η οποία, θέλοντας και μη,  θα συγκριθεί με κάποια από τις αποδώσεις του Jack Nicholson, καθώς αποτελούν ένα είδος παγκόσμιας σταθεράς για το είδος. Ο διεστραμμένος κλόουν ωστόσο, θα είναι ίσως η τελευταία μεγαλειώδης εμφάνιση του. Από την αρχή της δεκαετίας του '90, και για όλη την υπόλοιπη καριέρα του, οι εκτελέσεις του γίνονται πιο υποτονικές. Η τεχνική του αλλάζει αρκετά, μετατρέπεται από υποκριτική μεθόδου σε χαρακτήρα. Τουτέστιν, προσεγγίζει τους ρόλους του πιο παθητικά, προσαρμόζει την υποκριτική του στον χαρακτήρα, και όχι το ανάποδο. Αφήνει πίσω του το αγαπημένο του αυτοσχεδιασμό, και στο πλατό είναι πλέον πιο ήρεμος. Αυτό ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως κλονίζεται η κορυφαία ικανότητά του. Καθ’όλη τη διάρκεια του ’90 ο Jack Nicholson εξακολουθεί να  επιτυγχάνει αστρικές εμφανίσεις. Ο ρόλος του στο As Good As It Gets του εξασφαλίζει την τρίτη νίκη του στα Όσκαρ, ενώ λαμβάνει μια ακόμη υποψηφιότητα στο A Few Good Men. Πέραν όμως από την υποκριτική του μέθοδο, αλλάζουν και οι ρόλοι που ίδιος επιλέγει, οι οποίοι πλέον παύουν να είναι τόσο ιδιόρρυθμοι, και προτιμάει περισσότερο «κλασσικούς» χαρακτήρες.

Από την νέα χιλιετία ωστόσο, η πτώση του Nicholson είναι πλέον εμφανής. Ακόμη και αν η εμφάνιση του στο About Schmidt του εξασφαλίζει μια ακόμη Οσκαρική υποψηφιότητα, ο Jack δεν είναι πλέον παρά μια σκιά του εαυτού του. Ο δυναμισμός, η εκρηκτικότητα του έχουν πλέον χαθεί. Η δημιουργικότητα του αντικαθίστανται από μια ικανότητα πιστής ενσάρκωσης των χαρακτήρων που του δίνονται. Το 2006 ο Martin Scorsese καταφέρνει να βγάλει για μια ακόμη φορά το καλλιτεχνικό ένστικτο από μέσα του. Ο ρόλος του στο The Departed εμφανίζει μια λάμψη του παλιού σκοτεινού παρελθόντος της υποκριτικής του ικανότητας, αντικατοπτρίζοντας για μια τελευταία φορά έναν νεαρό και ενθουσιώδη Jack. Η καριέρα του πρακτικά κλείνει με έναν μικρό ρόλο στο How Do You Know η τελευταία συνεργασία του με τον σκηνοθέτη James L. Brooks, η οποία μάλλον συνέβη για λόγους νοσταλγίας και ρομαντισμού. Αυτή ήταν και η τελευταία του εμφάνιση στην μεγάλη οθόνη και το τέλος μιας από τις μεγαλύτερες, σπουδαιότερες και πολυβραβευμένες καριέρες στο υπήρξαν και ίσως θα υπάρξουν ποτέ στο Χόλλυγουντ. 

Ο Jack Nicholson πλέον στα 83 του, τα τελευταία χρόνια έχει αποσυρθεί πλήρως από την ενεργό δράση αλλά και γενικότερα από τον κόσμο του κινηματογράφου, απολαμβάνοντας βόλτες σε κότερα και μαζώξεις σε βίλλες. Πολλοί χρέωναν αυτήν την αποχή από τα φώτα της δημοσιότητας σε υποτιθέμενα προβλήματα μνήμης που αντιμετωπίζει ο ηθοποιός, τα οποία όμως ο ίδιος διέψευσε σε μια συνέντευξη στο Vanity Fair το 2013, λέγοντας απλά πως δε έχει κίνητρο για να είναι πια «εκεί έξω». Ο Nicholson επίσης δεν απέκλεισε πως κάποια στιγμή αυτό το κίνητρο μπορεί να επιστρέψει, το οποίο μας επιτρέπει να ελπίζουμε ότι μια μέρα θα μπορέσουμε να τον ξαναδούμε επί τω έργω, είτε ως ηθοποιό είτε και πίσω από την κάμερα, παραδίδοντας ένα επικό κύκνειο άσμα.

Αλέσσιο Γκούτζιος

Κινηματογραφικός συντάκτης

back to top

Comments

AGENDA

No event in the calendar
July 2020
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31

Editorial