Οι Ghost δεν είναι το πρόβλημα

Γιατί υπάρχει αρνητικότητα για έναν δίσκο που πουλάει;

Μία από τις κυκλοφορίες που περίμενε το κοινό της metal μουσικής τη χρονιά που πέρασε, ήταν ο τέταρτος δίσκος των Ghost. Μίας μπάντας που έχει γίνει εδώ και αρκετά χρόνια, αντικείμενο συζήτησης. Το εντυπωσιακό είναι ότι, ειδικά στην Ελλάδα, το αντικείμενο συζήτησης είναι κυρίως αρνητικό. Ενώ ο δίσκος πουλάει. Και το συγκρότημα πουλάει ακόμα περισσότερο. Δημιουργείται εύλογα ένα απλό ερώτημα: τι ακριβώς χαλάει τους Έλληνες metal-άδες στους Ghost; Τι είναι αυτό που τους κάνει να τους χλευάζουν και να πετάνε διάφορες δηλητηριώδεις ατάκες χωρίς καμία ανάλυση και (πολύ περισσότερο) χωρίς το παραμικρό επιχείρημα; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση είναι ο εγωισμός, αλλά προκύπτει πολύ πιο δύσκολα και χρονοβόρα από ότι φαίνεται.

Γράφει ο Μάρκος Σκυριανός

Κατ’ αρχάς, να πούμε κάποια πράγματα ξεκάθαρα. Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα συγκρότημα, μια ομάδα μουσικών που έχουν ένα κοινό όραμα ή σχέδιο. Μιλάμε για το όραμα ενός και μόνο ανθρώπου, του Tobias Forge. Του ανθρώπου που έχει ενσαρκώσει επί σκηνής και τους 4 προηγούμενους frontmen του συγκροτήματος (Papa Emeritus I, II και III, Cardinal Copia), και που κατά πάσα πιθανότητα ηχογραφεί σχεδόν όλα τα όργανα του συγκροτήματος στο studio. Ο Forge ξεκίνησε την πορεία του ως μουσικός από κάποιους Superior (έπαιζαν blackmetal), τους Repugnant (έπαιζαν death/thrash metal) με τους οποίους έβγαλε και δίσκο, και με τους Crashdïet (glam rock) πριν την κυκλοφορία του πρώτου τους δίσκου. Έχει περάσει και από άλλα σχήματα, αλλά αυτά είναι τα περισσότερα γνωστά και ουσιώδη. Από εδώ ήδη μπορούμε να δούμε ότι οι εναλλαγές ειδών και ήχων δεν ενοχλούν τον Forge. Αντιθέτως, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τις αποζητάει.

Πέραν των προαναφερθέντων, πρέπει να αναφερθεί και το γεγονός ότι ο Forge είχε έναν μεγαλύτερο αδερφό, τον Sebastian. Ο οποίος αδερφός άκουγε (και ταυτόχρονα, μάθαινε και στον μικρότερο αδερφό του να ακούει) Siouxsie and the Banshees, Kim Wilde, Rainbow και Kiss μεταξύ άλλων. Προφανώς αντιλαμβάνεστε την απόσταση που υπάρχει μεταξύ αυτών των σχημάτων. Και, εξίσου προφανώς, αντιλαμβάνεστε τα ελάχιστα κοινά σημεία μεταξύ αυτών των σχημάτων. Οπότε, μπορώ να θεωρήσω ότι ήδη σας φαίνεται ακόμα πιο φυσιολογική η πορεία του Tobias από blackmetal σε death/thrash, σε glam rock (με περάσματα και από μία punk μπάντα, τους Onkel Kånkel), και την κατάληξη στο occult rock των Ghost.

Με αυτά τα ακούσματα και επιρροές και με αυτή την προσωπική πορεία σε rock και metal συγκροτήματα, ο Tobias Forge γράφει το 2006 το πρώτο Ghost τραγούδι. Από συνεντεύξεις του μαθαίνουμε ότι λέγεται Stand By Him, και συμπεριλήφθηκε στον πρώτο δίσκο του συγκροτήματος, Opus Eponymus (2010). Το 2008 ο Forge μαζί με έναν φίλο του, ηχογράφησαν σε studio το Stand By Him και άλλα 2 τραγούδια και τα ανέβασαν στη σελίδα του νεοϊδρυθέντος συγκροτήματος Ghost, στο MySpace. Η ανταπόκριση ήταν θετική εξαρχής. Και εδώ εμφανίζεται ένα δεύτερο σημαντικό στοιχείο για να καταλάβει κάποιος τους Ghost. Ο Forge δεν ήθελε να είναι ο τραγουδιστής. Μπορεί να θαύμαζε τον Mick Jagger του 1982 ως τραγουδιστή και frontman, αλλά ο ίδιος ήθελε να μείνει ένας κιθαρίστας. Πρότεινε τη θέση του τραγουδιστή στους Messiah Marcolin (ex-Candlemass), Mats Leven (ex-Candlemass, ex-Yngwie Malmsteen’s Rising Force), Christer Göransson (Mindless Sinner – μίας τοπικής Σουηδικής 80’s metal μπάντας), και JB Christoffersson (Grand Magus, ex-Spiritual Beggars). Κανένας δεν δέχτηκε. Και έτσι ο Forge έγινε (αναγκαστικά) ο τραγουδιστής της μπάντας. Αλλά, βλέπετε σε ποιους πρότεινε; Στους καλύτερους τραγουδιστές από τον αφρό της Σουηδικής doom και epic metal σκηνής.

Ξεπερνώντας δίσκους, EPs, περιοδείες και συναυλίες, το ρεύμα του occult rock και μερικά βραβεία Grammis (Σουηδικά Grammy), Grammy (τα original), Loudwire Awards, Metal Hammer Golden Gods Awards και Bandit Awards, φτάνουμε στο 2018 και στην κυκλοφορία του 4ου δίσκου τους. Και η συζήτηση ξαναφουντώνει. Σε διάφορα επίπεδα, ξανά και ξανά.

Κατ’ αρχάς, πολλοί απορρίπτουν τους Ghost επειδή διατηρούσαν την ανωνυμία τους. Μέχρι που λόγω μίας μήνυσης, μάθαμε επίσημα και όλοι το όνομα του Tobias Forge. Κατ’ αρχάς, για ποια ανωνυμία μιλάμε; Σε πολλές πόλεις που έχουν εμφανιστεί, οι οπαδοί τους περιμένουν μετά το τέλος της συναυλίας έξω από το tour bus και πιάνουν συζήτηση μαζί τους χωρίς τα μέλη του συγκροτήματος να φοράνε μάσκες. Αλλά, ακόμα και αν φοράγανε μάσκες και τότε, γιατί να ενοχλήσει κάποιους αυτό; Ενοχλούσε όταν το έκαναν οι Kiss; Ενοχλούσε τα πρώτα χρόνια των Slipknot; Ενόχλησε ποτέ κανέναν τόσα χρόνια που το κάνει ο King Diamond; Ή μήπως ενοχλεί που το κάνουν οι Batushka; Προφανώς και όχι. Αλλά άμα το κάνουν οι Ghost, ενοχλεί. Γιατί οι οπαδοί έχουν την απαίτηση το συγκρότημα να κάνει αυτό που εκείνοι θέλουν. Όχι αυτό που θέλει το ίδιο το συγκρότημα.

Το επόμενο που ενοχλεί είναι η evil αισθητική και η αντιστοίχιση με τον ήχο της μπάντας. Συγκεκριμένα, ενώ οι Ghost φοράνε στολές που χλευάζουν την Καθολική Εκκλησία, φοράνε ανάποδους σταυρούς και ο frontman τους λανσάρεται ως ένας σάτυρος Πάπας, ο ήχος τους δεν συνάδει με αυτή την εμφάνιση. Κοινώς, δεν παίζουν blackmetal ή (έστω) death metal. Τουλάχιστον λίγο thrash όπως οι Slayer. Και πάλι θα αναφέρω τα ονόματα των Kiss και Mercyful Fate. Μόνο που αυτή τη φορά θα προσθέσω και το όνομα του Marilyn Manson. Makeup, με μία προφανή τάση προς το corpse paint ή παράγωγα αυτού, αλλά όχι blackmetal ήχο.

Αλλά, ας ξεφύγουμε λίγο από θέματα εμφάνισης. Γιατί οι διαφωνίες πολλών metal-άδων αφορούν και τον ήχο. «Δεν είναι metal αυτό» αναφωνεί ο μέσος metal-άς. Πρωτίστως, δεν νομίζω ότι ο Forge ρώτησε ποτέ κανέναν «πως θέλετε να ακούγεται η καινούρια μου μπάντα». Επίσης, σε όσες συνεντεύξεις του έχω διαβάσει (είτε επώνυμες, είτε ως Anonymous Ghoul) ποτέ δεν υποστήριξε «ναι, παίζουμε metal». Συνεχίζοντας, δεν έχει η metal μουσική την αποκλειστικότητα στη Σατανική θεματολογία. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αυτού είναι ο δίσκος Their Satanic Majesties Request των Rolling Stones, τα Sympathy For The Devil των ίδιων και Hotel California των Eagles, ο Screamin’ Jay Hawkins και όλο το ρεύμα του occult rock της περιόδου 2012-2016.

«Μα οι κιθάρες είναι πολύ ελαφριές και οι φωνές φέρνουν πολύ από pop στο μυαλό». Αν αυτό το παράπονο των metal-άδων για τους Ghost το διαβάσει κάποιο μέλος των Blue Oyster Cult, θα βάλει τα γέλια και θα γελάει για μέρες. Ειδικότερα στο κομμάτι της «βαρύτητας» του ήχου, το ίδιο γέλιο μπορεί να ρίξουν και οι Rush.

Όπως καταλαβαίνετε, το πρόβλημα δεν είναι σε καμία περίπτωση οι Ghost. Το πρόβλημα είναι των οπαδών. Όχι των ακροατών, αλλά των οπαδών της metal μουσικής. Αυτών που, όπως ανέφερα και στο προηγούμενο άρθρο μου, δεν έχουν αντιληφθεί το πόσο σημαντικό ρόλο έχει παίξει στην μουσική που ακούνε η έννοια της εξέλιξης. Και για αυτό, δεν ψάχνουν να βρουν ποια μπάντα ταιριάζει στα δικά τους γούστα. Απλά, απαιτούν από τις μπάντες που ακούγονται περισσότερο και είναι πιο «διάσημες» από τις άλλες, να ακούγονται και να φαίνονται όπως οι ίδιοι θέλουν. Από εγωισμό και φόβο. Μην τυχόν και κανένας που δεν ακούει metal αρχίσει δίπλα σε διάφορα pop συγκροτήματα ή τραγουδιστές να ακούει και Ghost. Απλός και ελεεινός εγωισμός.

ΥΓ: Προσωπικά μου αρέσουν οι συνθέσεις των Ghost (όπως το Cirice), αλλά με κουράζει από ένα σημείο και μετά η φωνή του Forge επειδή είναι επίπεδη. Κάτι σαν τους Megadeth ή τους Avenged Sevenfold ένα πράγμα.

Μάρκος Σκυριανός

Συντάκτης

back to top

Comments

release athens iggy pop breakroom

jan van pavlidis kako poihma breakroom gagarin 205 athens

AGENDA

No event in the calendar
April 2019
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30

Editorial