Οι Mogwai, η σκωτσέζικη indie και η μετα-Θατσερική ανεμελιά

“I ain’t gonna work on Maggie’s farm no more…”

Όταν σκεφτόμαστε "σκωτσέζικη μουσική", στο μυαλό μας έρχονται γκάιντες και ο Γουίλιαμ Γουάλας να ουρλιάζει για ελευθερία. Όταν σκεφτόμαστε "σκωτσέζικη ροκ", σκεφτόμαστε την ίδια εικόνα, αλλά με τον Σον Κόνερι να κάνει ένα επικό κιθαριστικό σόλο, πάνω στο τέρας του Λοχ Νες. Ή αν είμαστε νηφάλιοι, συγκροτήματα όπως τους Simple Minds, τους Waterboys ή τους Franz Ferdinand. Όμως αν οι Σκωτσέζοι έχουν μια παράδοση είναι το χάγκις είναι η indie.

Γράφει ο Δημήτρης Φαληρέας

80’s. Εν αρχή ην η shoegaze. Cocteau Twins, Jesus & Mary Chain, η dream pop μεταφέρεται στα νότια, αφήνοντας τον χώρο και την σκηνή για νέες μπάντες, Pastels, Teenage Fanclub, Vaselines κλπ, η σκωτσέζικη indie αποκτά δικό της -μελαγχολικό- ήχο. Ανάσα. Τα εν λόγω συγκροτήματα δεν θα αντέξουν πολύ, ενώ η Βρετανική μουσική αγαπάει, αφομοιώνει και απορρίπτει καλλιτέχνες και τάσεις πιο γρήγορα από ποτέ. Έχουμε φτάσει στα μέσα της δεκαετίας του’90 πια, το shoegaze έχει ξεπεραστεί, το madchester αφήνεται πίσω και η brit pop είναι “Η ΦΑΣΗ”. Blur και Oasis στην κόντρα, οι Pulp από πίσω να γράφουν τις δισκάρες (διπλό diss) και η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή. Όμως τον Βορρά του νησιού, κάτι αρχίζει να αλλάζει και ο generic ήχος “βρετανική indie”, να διαμορφώνει πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, μέσα από τρία συγκροτήματα που θα λάμψουν το δεύτερο μισό των 90’s.

Belle & Sebastian, Arab Strap και φυσικά οι Mogwai. Διαφορετικές επιρροές, διαφορετικές ιστορίες, διαφορετική εξέλιξη, πολλά κοινά στοιχεία και με συνδετικό κρίκο την "ανεμελιά". Αλλά πριν μιλήσουμε γι’ αυτό, έχει αξία να πάμε λίγο πίσω και να τα εξετάσουμε στο κατάλληλο πλαίσιο. Η δεκαετία του 1980 στην Βρετανία σημαδεύτηκε από την Θάτσερ. Από τον "πόλεμο δύο φαλακρών για μια τσατσάρα" στα Φόκλαντ και τον κεφαλικό φόρο, στους ανθρακωρύχους και το πρώτο “war on drugs” επί ευρωπαϊκού εδάφους. Στην καλύτερη περίπτωση μιλάμε για “αμφισβητήσιμες” κινήσεις, που άλλαξαν την δυναμική του Ηνωμένου Βασιλείου για πάντα και ειδικά στον συγκριτικά φτωχότερο Βορρά δεν ήταν δημοφιλείς, καθώς γιγάντωσαν τις οικονομικές αντιθέσεις και τις κοινωνικές παθογένειες. Στρατιώτες με PTSD επιστρέφουν για να αυτοκτονήσουν, τα δημοσιονομικά του νησιού διαλύονται, οι ανθρακωρύχοι τρώνε ξύλο και τίποτε άλλο μετά από έναν χρόνο απεργίας και ο πόλεμος στα ναρκωτικά καθιστά το Εδιμβούργο την ευρωπαϊκή πρωτεύουσα του AIDS, όπως διαβάζουμε στα πρωτοσέλιδα της εποχής. Όταν φτάνει το 1990 και η Μάγκι φεύγει από την πρωθυπουργία, όλα μοιάζουν με βιβλίο του Irvine Welsh. Η καλλιτεχνική παραγωγή όμως δεν φαίνεται να ακολουθεί τον δρόμο που θα μπορούσαμε να φανταστούμε και η -μουσική- αντίδραση έρχεται από τον Νότο, με Madness, New Model Army, Pulp, Pink Floyd και άλλους.

Αλλά γιατί; Γιατί το αντι-θατσερικό, αντι-νεοφιλελεύθερο κίνημα στις τέχνες δεν ξεκινάει στις πιο ρημαγμένες περιοχές της Βρετανίας, αλλά ασχολούνται με έρωτες, υπαρξισμό και την σκηνή που γιορτάζει τον εαυτό της;

Η καλλιτεχνική παραγωγή, όπως και το επίπεδο της, βρίσκεται σε σχεδόν ευθεία γραμμή με την οικονομία. Αυτή η θεωρία βασίζεται σε ένα απλό σχήμα: ευρεία οικονομική άνθιση = δυνατότητα σε χρήμα και χρόνο για ασχολίες κι ανησυχίες πέραν της διαβίωσης aka ωδεία, σχολές Καλών Τεχνών κλπ = μεγαλύτερος απόλυτος αριθμός καλλιτεχνών = μεγαλύτερος απόλυτος αριθμός καλλιτεχνών που τελικά "πετυχαίνουν". Αυτός είναι και ο λόγος που τα 70’s είχαν αυτή την έκρηξη. Ο Bowie έγινε ο Bowie γιατί είχε τον χρόνο και το χρήμα να ακολουθήσει το όνειρό του. Αντίστοιχα σε ένα μη μουσικό παράδειγμα, ο Guevara έγινε ο Guevara γιατί είχε την δυνατότητα να παρατήσει την Ιατρική και να γυρίσει όλη την Λατινική Αμερική σε μια μοτοσικλέτα. Προφανώς υπάρχουν πάμπολλες αντίθετες περιπτώσεις, αλλά μιλάμε για την μεγάλη κλίμακα. Οι πενήντα αποχρώσεις του Θατσερισμού, δημιούργησαν δύο ταχύτητες στους νέους της σκωτσέζικης κοινωνίας. Η πρώτη κι ευρύτερη, είναι η πραγματικότητα του Trainspotting. Τέκνα της εργατικής τάξης ή/και μικροαστοί που μέχρι πρότερα τα κουτσοκατάφερναν και σε ένα πάρα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, βρέθηκαν σε πολύ χειρότερη θέση. Αποκόπηκαν από τη ανώτατη εκπαίδευση, βυθίστηκαν στην ανεργία και την κοινωνική αμηχανία στον βαθιά προτεσταντικό Βορρά, ενώ τα στατιστικά για την εξάπλωση της ηρωίνης, λένε μία ακόμα πιο στενόχωρη ιστορία.

Η άλλη ταχύτητα, είναι αυτή που κατάφερε να μείνει σε μία σχετικά καλύτερη θέση και σήκωσε στις πλάτες της μια διαφορετικού είδους αντίδραση και βασίζεται στους σκωτσέζους φοιτητές. Το φοιτητικό κίνημα συνέχισε τις διαμαρτυρίες και παράλληλα προσπάθησε να δημιουργήσει μία διαφορετική κουλτούρα στον αντίποδα. Από το shoegaze ακόμα, το DIY, η έννοια του indie ως φιλοσοφία, η απέχθεια στο μεγάλο κεφάλαιο και η πολιτική χροιά όλων αυτών, είχαν τεθεί επί τάπητος και είχαν υιοθετηθεί από πολλούς. Κάπως έτσι ξεπήδησαν δύο ανεξάρτητες δισκογραφικές, η Electric Honey το 1992 από “κάτι φοιτητές στην Γλασκόβη” -εκεί ξεκίνησαν οι Belle & Sebastian λίγα χρόνια αργότερα- και η Chemikal Underground το 1994 από τους Delgados, ένα συγκρότημα που προσπαθούσε να βγάλει το πρώτο του single κι αργότερα να βοηθήσει κάποιες άλλες τοπικές μπάντες, οι οποίες ήταν οι Mogwai και οι Arab Strap.

Και επανερχόμαστε στην «ανεμελιά». Η σκηνή της Γλασκόβης και οι 3 βασικοί εκπρόσωποί της, χάραξαν διαφορετικές μουσικές πορείες. Οι Mogwai στο post rock, οι Arab Strap στο indie rock και οι B&S σε αυτή την ιδιαίτερη θλιμμένη indie folk. Με εξαίρεση την εθνικότητα και κάποια κοινά μουσικά στοιχεία των ιδιωμάτων, δεν φαίνονται να μοιράζονται και πολλά. Όμως και οι τρεις τους, προτάσσουν την ανεμελιά και την δίψα για διαφυγή και «κάτι νέο» σαν απάντηση στα ζητήματα της εποχής. Πλέον βρισκόμαστε στο 1996, η Θάτσερ είναι μια κακή ανάμνηση, ο Μέιτζορ σύντομα θα ακολουθήσει κι έχει έρθει η ώρα να σταματήσουμε να κοιτάμε στο παρελθόν και να δούμε τι έρχεται -να δημιουργήσουμε αυτό που θα έρθει.

Οι Arab Strap θα το ενσωματώσουν στην μουσική τους, καλύπτοντας τους στίχους που περιγράφουν όλο αυτό το τοπίο, οι Belle επίσης, προσπαθώντας να στρέψουν την προσοχή σε πιο προσωπικά θέματα, αλλά οι Mogwai θα διαλέξουν μια διαφορετική προσέγγιση, αυξάνοντας την απόστασή τους και θα εντάξουν την carefree φιλοσοφία στους ίδιους τους στίχους, ή μάλλον στην απουσία τους.

Κακά τα ψέματα, το post rock δεν είναι εύκολο είδος και πάντα το έβλεπα σαν τον εξπρεσιονισμό της ποπ μουσικής. Αποσκοπεί στο να προκαλέσει συναίσθημα πέρα από αισθητική και όταν το καταφέρνει -όπως στην προκειμένη, με τις εμφανίσεις των Mogwai- σε αφήνει με την αίσθηση της εμπειρίας, όχι μίας σαν τις υπόλοιπες συναυλίες που βλέπεις Σάββατο βράδυ. Οι στίχοι λοιπόν δεν ενδείκνυνται, καθώς από την μία, η μουσική από μόνη της κάνει όλη την δουλειά, ενώ από την άλλη, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να χαθεί ο ίδιος ο σκοπός της. Επίσης, όπως ο frontman τους, Stuart Braithwaite δήλωσε στο Express: “Πιστεύω ότι ο περισσότερος κόσμος δεν έχει συνηθίσει να μην έχει στίχους να επικεντρωθεί. Οι στίχοι σημαίνουν πραγματική άνεση για κάποιους. Υποθέτω ότι τους αρέσει να τους τραγουδάνε κι όταν δεν μπορούν να το κάνουν μαζί μας, αναστατώνονται λιγάκι.

Οπότε με αυτό το «πείραγμα» κάπως δικαιολογείται και η επιλογή του ονόματος, καθώς Mogwai (=κακό πνεύμα στα Καντονέζικα) λέγονταν τα Γκρέμλινς πριν την -ας την πούμε ατυχή- ιδέα να τα ταΐσεις μετά τις 12.

Εκεί λοιπόν που οι υπόλοιποι τάχθηκαν με τους Smiths και τις ανάλογες μελαγχολικές μελωδίες της βρετανικής indie, οι Mogwai διάλεξαν μια πιο αμερικανική προσέγγιση, με εμφανείς επιρροές από Sonic Youth, Pixies και φυσικά τους πρωτοπόρους του post, Slint. Ήδη από το Mogwai Young Team, τον πρώτο τους δίσκο, οι εναλλαγές από την γαλήνη ενός Κυριακάτικου καφέ στις δυναμικές παραμορφώσεις που γεμίζουν το δωμάτιο και σε κάνουν να πετάξεις την κούπα στον τοίχο, είναι παντού κι ορίζουν την μουσική τους. Αν πάλι, θέλουμε να το πάμε ένα βήμα παραπέρα, δεν θα μπορούσαν εν μέρει να συμβολίζουν αυτή την βίαιη αλλαγή που μπορεί να επιφέρει την πραγματική ειρήνη και ηρεμία;

Είτε ισχύει, είτε όχι, είτε είναι συνειδητό, είτε ασυνείδητο, δεν έχει και πολλή σημασία στο τέλος της ημέρας. Οι Mogwai και η σκηνή της Γλασκόβης είναι όπως όλοι μας, προϊόντα της εποχής τους και των σχέσεων που την ορίζουν. Ακόμα κι αν έχουν περάσει σχεδόν 30 χρόνια από την Θάτσερ και η Σκωτία έχει άλλα ζητήματα να την απασχολούν, αλλά και οι ίδιοι διαφορετικού τύπου ανησυχίες, η ιστορία τους θα είναι πάντα συνδεδεμένη με την μετα-Θατσερική ανεμελιά ως απάντηση στην μετα-Θατσερική αμηχανία. Και οι συναυλίες των Mogwai στο Principal Club Theatre της Θεσσαλονίκης την Παρασκευή 30 Νοεμβρίου και στο Piraeus 117 Academy της Αθήνας το Σάββατο 1 Δεκεμβρίου, είναι η ζωντανή μεταφορά της κι ένα κομμάτι σ’ ένα παζλ που προχωράει με τα χρόνια. Απλά είναι ντυμένο με πολύ καλή μουσική.

Και μην μου πείτε ότι το “Take me Somewhere Nice” δεν σας φέρνει κάτι από “Teenage Riot”… και όχι μόνο σαν μελωδία. Αλλά αυτά θα τα πούμε το Σάββατο.

Δημήτρης Φαληρέας

Αρχισυντάκτης

back to top

Comments

brit floyd piraeus academy 2018 banner athens breakroom

gimme shelter festival gagarin 2018 banner athens breakroom

mogwai piraeus academy athens breakroom

vevilos βέβηλος piraeus academy athens breakroom

paradise lost piraeus academy athens breakroom

AGENDA

No event in the calendar
December 2018
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31