#save_this_town: Στο Υπόγειο με "Το Υπόγειο"

Η μουσικοκριτική, τα δίκτυα και ο ρομαντισμός στο εδώ και στο τώρα.

Το Υπόγειο (www.ypogeio.gr) δεν είναι ένα υπόγειο σαν αυτά που έχεις επισκεφτεί μέχρι στιγμής. Δεν έχει υγρασία και παρατημένες τσουγκράνες, αλλά βινύλια και ιστορίες γύρω από αυτά. Κάτι ανάμεσα σε portal, fanzine και ένα σωρό άλλες λέξεις «που θα μπορούσαν να το περιγράφουν, αλλά όχι ακριβώς», τελικά δεν είναι κάτι περισσότερο από κάποιους ανθρώπους που με κοινή αφετηρία την αγάπη για την μουσική, ξεκίνησαν να συζητούν και να γράφουν για εκείνη, οπότε ακόμη κι αν δεν έχει καμία σχέση με το βιβλίο του Ντοστογιέφσκι, παραμένει κάτι που αξίζει να διαβαστεί. Το εντοπίσαμε, το επισκεφθήκαμε και συζητήσαμε με έναν από τους εμπνευστές του, τον Μιχάλη Νικολίτση, για τους μουσικογραφιάδες του ύστερου καπιταλισμού, την κριτική και το ρομαντισμό του «τότε» και του «τώρα» σε μία κουβέντα μεγάλη και όμορφη που δυστυχώς δεν χωρούσε σε ένα μόνο άρθρο.

Του Δημήτρη Φαληρέα

Φωτογραφίες: Αθηνά Παπαγιάννη

-Διαβάζοντας για την ιστορία του Υπογείου, το πώς δημιουργήθηκε και το πώς λειτουργεί μέχρι σήμερα, προκύπτει ένα πολύ ωραίο και ενδιαφέρον concept. Τι ακριβώς είναι όμως; Υπάρχει κάποιος όρος ο οποίος να μπορεί να το περιγράψει;

-Το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό που θα σου πω είναι το χόμπι. Το χόμπι και η παρέα. Μια φορά μίλαγα με κάτι φίλους μου και μου το είχαν περιγράψει σαν κολεκτίβα, το οποίο δε μου έκατσε άσχημα. Αλλά εγώ αυτό, σαν χόμπι που συνδυάζεται μερικές φορές με παρέα. Η Ελένη η Τζαννάτου το είχε περιγράψει ως fanzine και συμφωνώ, αλλά είναι ένας όρος πάλι που τον έχω ακούσει από την Ελένη, όχι που έχουμε σκεφτεί εμείς.

-Υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο πλάνο ή πρότυπο σαν ύφος ή δομή, το οποίο κυριάρχησε όταν μετακομίσατε από το μπλογκ στο σάιτ;

-Όχι δεν υπήρχε. Ειλικρινά, δεν υπήρχε τίποτα. Συζητάγαμε περίπου 6 μήνες για τη δομή κοιτώντας στο Pitchfork λίγο τις κατηγορίες και τα λοιπά, αλλά τελικά το πως θα πήγαινε, βγήκε τελείως με τι είχαμε ανάγκη να γράψουμε. Τι μας βόλευε.

-Οπότε είναι κάτι το οποίο ακόμα δομείται σαν μια καθαρά εσωτερική ανάγκη. Δεν υπάρχει και σε ένα βαθμό η ανάγκη να καλύψει κάποιο έλλειμμα; Θέλω να πω, θα τα γράφατε ποτέ αν αυτά που σκεφτόσασταν, ή αν αυτά που θέλατε να ασχοληθείτε κυκλοφορούσαν κι αλλού;

-Σίγουρα. Δε θα μας επηρέαζε. Εγώ πίστευα ότι, επειδή όταν στήθηκε κατέληξα τελικά να φτιάξω κι εγώ μόνος μου τις κατηγορίες, ήταν αυτό που σου πα πριν. Τι είχα ανάγκη να γράψω. Ας πούμε η στήλη “Song Diaries” είναι ενδεικτική του πόσο προσωπικά το πήγαμε. Κείμενα, πολύ προσωπικά τα οποία συνδυάζονταν με τραγούδια που ακούγαμε εκείνη την ώρα ή που είχαμε ακούσει πριν και μας έφερναν αυτές τις σκέψεις. Όσο για τα νέα, αυτό είναι η βρωμοδουλειά -το είχαμε και στην παλιά μορφή του Υπογείου, στην αγγλική, το Basement. Eίχα πιο πολύ χρόνο και λιγότερη δουλειά εκείνη τη διετία, οπότε έβγαιναν εύκολα. Τώρα είναι πολύ δύσκολο, παρόλο που είναι πολύ εύκολο να γράψεις ένα νέο, θέλει χρόνο για να χτιστεί…

-Και θέλει και να το παρακολουθείς.

-Ναι, πολύ. Ήθελα όμως να υπάρχει, γιατί νομίζω ότι αν δεν υπήρχαν τα νέα, χάνεις και το κίνητρο - να στο πω κι έτσι, να ψάχνεσαι κάθε μέρα για τη μουσική. Δεν ήθελα δηλαδή να είναι μόνο προσωπικά κείμενα και τα λοιπά. Ε, τα υπόλοιπα όπως τα βλέπεις κι εσύ, δε νομίζω ότι έχουμε κάνει κάτι πολύ πρωτότυπο. Νομίζω έχουμε κάνει κάτι που θα μπορούσες να το πεις και “εμπορικό”. Συνεντεύξεις έχουν όλα τα μουσικά σάιτ, λίστες, που μ' αρέσουν πάρα πολύ, έχουν όλα τα σάιτ, απλά εμείς τις κάνουμε λίγο πιο συστηματικά. Δεν έχουμε κάνει κάτι παραπάνω από αυτό που υπήρχε να σου πω την αλήθεια. Ίσως αυτό που έχουμε λίγο διαφορετικό, με βάση αυτά που μας λένε οι γύρω, είναι ότι ακόμα και ένα νέο ροής, έχει προσωπικό τόνο.

-Αυτό νομίζω ότι είναι. Ζήτημα ύφους ότι ο περισσότερος κόσμος βλέπει λίγο διαφορετικά το Υπόγειο απ όλα τα υπόλοιπα μουσικά σάιτ. Το όλο ζήτημα με τις παράλληλες ζωές πώς λειτουργεί; Πώς είναι μία μέρα που θες να γράψεις κάτι; Όχι ένα νέο ροής, κάτι πιο δικό σου σαν κείμενο.

-Βγαίνει πολύ δύσκολα. Η καθημερινότητά μου είναι πάρα πολύ δύσκολη με βάση το χρόνο. Δουλεύω πάρα πολύ, έχω δυο παιδιά με τα οποία θέλω να ασχολούμαι πάρα πολύ -το χρειάζομαι κι εγώ υπερβολικά, γενικά μου δίνει πολλή ζωή αυτό, με κάνει ευτυχισμένο. Οπότε το Υπόγειο, όπως σου είπα και στην αρχή, είναι χόμπι, αλλά το χόμπι κάποια στιγμή έγινε πιο απαιτητικό και βγαίνει συνήθως την μαύρη νύχτα. Εγώ σχολάω και είμαι σπίτι στις 12 και 12:30 – 1 ξεκινάω και γράφω. Είτε γράφω κάτι το οποίο είναι κάπως ρομποτικό π.χ. τα νέα, είτε άρθρα είτε συνεντεύξεις. Να σου πω ότι από τότε που έφτιαξα το Υπόγειο, δε βλέπω τηλεόραση. Έχω να δω τηλεόραση από το ‘13 ή το ’14 και αυτό είναι λόγω του Υπογείου. Την τηλεόραση δεν τη μισούσα - την έχω όμως μισήσει τώρα που καταλαβαίνω τη διαφορά.

-Και παρά την «μαύρη νύχτα» δε σου έχει έρθει ποτέ στο μυαλό σαν αγγαρεία;

-Όχι γιατί δεν μπαίνει ποτέ το «πρέπει». Η μοναδική φορά που έχει χρειαστεί, είναι όταν -έχεις κανονίσει μια συνέντευξη με κάποιον μουσικό και πρέπει να του στείλεις τις ερωτήσεις. Αλλά εσύ το έχεις κανονίσει και πάλι. Αν περάσουν οι μέρες, τότε είναι λίγο άσχημο και ναι, πρέπει να γράψεις, πρέπει να στείλεις. Και το άλλο που αγχώνει και φέρνει και κάποιες τύψεις, είναι τα inbox που έρχονται από νέες μπάντες και λόγω χρόνου δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε σε όλα, όχι ότι βαριόμαστε.

-Υπάρχουν ειδήσεις ή άρθρα που «πρέπει» να γραφτούν ή κι εκεί κάνετε επιλογή με βάση τι σας αρέσει;

-Με βάση τι μας αρέσει. Φυσικά δεν ξέρω εάν ασυνείδητα ιντριγκάρει κάτι που γίνεται viral. Δεν έχει πει κανείς ότι πρέπει να γραφτεί κάτι, αλλά ίσως μερικές φορές μπαίνει ένα μικρόβιο στον καθένα «γράψε κάτι γι’ αυτό» όπως π.χ με την μήνυση των Radiohead στη Lana del Rey που τώρα είναι ασήμαντη είδηση, αλλά τότε το ένιωθα σαν κάτι σημαντικό. Υπάρχουν όμως και πάρα πολύ σημαντικά θέματα που δεν παίρνουμε θέση γιατί πολύ απλά δεν έχουμε άποψη πάνω σε αυτά. Άποψη δε βγαίνει με το ζόρι.

-Αρνητική κριτική χρειάζεται ή πέφτει στην ίδια κατηγορία; Ή είναι πιο χρήσιμη μια προσέγγιση τύπου “Cahiers du Cinema”, γράφουμε ό,τι μας αρέσει και τα άλλα σα να μην υπάρχουν;

-Κάπως έτσι λειτουργούμε. Και μάλιστα το έχω χρησιμοποιήσει αυτό που είπες σαν απάντηση σε μια συζήτηση με μια εταιρεία. Καταρχήν, δεν μπορώ να γράψω κάτι καλό για κάτι που δεν μου αρέσει. Θα γράψω αρνητικά, μόνο εάν αυτός ο κάποιος έχει αρνητική συμπεριφορά μέσα στο μουσικό στερέωμα. Όταν υπάρχει μια αλαζονεία ή κάτι προκλητικό από μεριάς του. Τώρα να βγάλει ντεμπούτο μια μπάντα κι εμένα να μην μου αρέσει, θα προτιμήσω να μην γράψω καν. Δεν υπάρχει λόγος. Κριτική γενικά νομίζω καλό είναι να υπάρχει, χωρίς όμως κακεντρέχεια και clickbait υπόβαθρο.

-Το να ασχοληθείς περισσότερο με αυτό το χώρο; Σε κράτησε κάτι εκτός μίας άλλης ενασχόλησης με τα περιοδικά; Κρίνοντας από όσα έχουμε πει, νομίζω ότι σίγουρα σου έχει περάσει από το μυαλό.

-Όχι, να σου πω την αλήθεια, γιατί δεν είναι το επάγγελμά μου. Το βλέπω σαν χόμπι. Είμαι 42 χρονών, είμαι ψυχολόγος από τα 27 μου και κάποια στιγμή πριν 5 χρόνια ξεκινήσαμε να γράφουμε για μουσική –κάτι που ήθελα να κάνω από μικρός. Διάβαζα το ΠΟΠ + ΡΟΚ ασταμάτητα, στη συνέχεια διάβαζα το Sonik ασταμάτητα και μου άρεσε πολύ, φανταζόμουν τον εαυτό μου να γράφει. Όταν πήγαινα σε συναυλίες, την επόμενη μέρα έλεγα «αν έγραφα, θα έγραφα αυτό». Τώρα, αν όλο αυτό με το Υπόγειο συνέβαινε στα 24 μου, μάλλον θα το έψαχνα πολύ περισσότερο.

-Τι σου λείπει από την μουσική δημοσιογραφία του σήμερα;

-Μπορεί να ακουστεί ψωνίστικο, αλλά μου λείπει αυτό που κάνουμε εδώ -να είναι πιο προσωπικά τα κείμενα. Δηλαδή να μην είναι απλή παράθεση μουσικής γνώμης με βάση τα ακόρντα ή την παραγωγή. Το προσωπικό μου λείπει πάρα πολύ. Βέβαια το ότι εμένα μου λείπει, δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει –υπάρχει σε πάρα πολλούς, σε πάρα πολλά σάιτ, αλλά δεν είναι το πιο συνηθισμένο. Είναι ανάλογα τον συντάκτη κι ανάλογα τη γραμμή. Στο Υπόγειο, από το ξεκίνημά του το ’13, όσοι καινούριοι έρχονται να γράψουν, καταλαβαίνουν ασυνείδητα ότι «μπορώ να γράψω ό,τι θέλω, με τον τρόπο που θέλω», οπότε οκ, εγώ μπορεί να είμαι ο λίγο γραφικός, ο λίγο ρομαντικός και ο πιο γέρος εκεί πέρα, αλλά τα νέα παιδιά που έρχονται, απελευθερώνονται στο προσωπικό τους. Οπότε ίσως είναι κάτι πιο συνολικό. Γενικά, υπάρχει μια ψυχρότητα απέναντι στην μουσική τον τελευταίο καιρό.

-Ωραία, γι’ αυτό ήθελα να σε ρωτήσω. Πιστεύεις ότι η μουσική και οι τέχνες (ή η Τέχνη) είναι ζήτημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί δημοσιογραφικά;

-Όπως σου είπα, το βλέπω σα χόμπι, οπότε νομίζω δεν είμαι ο κατάλληλος να το απαντήσω. Αλλά όταν άρχισε το Υπόγειο να γίνεται πιο γνωστό ανάμεσα σε μουσικούς, εταιρείες κλπ, ένιωθα λίγο περίεργα –ότι υπάρχει μια ξινίλα από μερικούς απέναντι στο Υπόγειο. Σκέφτηκα όμως ότι ίσως είναι και λίγο δίκαιο, για κάποιον που έχει σπουδάσει μουσική δημοσιογραφία ή οτιδήποτε… αλλά δεν υπάρχει κάτι τόσο συγκεκριμένο. Απ’ την άλλη έχεις εκπαιδευτεί να γράφεις κείμενο, συνέντευξη, κριτική. Σε κάποια φάση σκέφτηκα πώς θα ένιωθα αν άνοιγαν 10 γραφεία ψυχολόγων, που αυτοί οι άνθρωποι δε θα είχαν πτυχίο ψυχολόγου.

-Εντάξει, είναι λίγο διαφορετικό. Η Τέχνη είναι ένα αντικείμενο που όλοι έχουν άποψη και μπορούν να παράγουν λόγο και κριτική. Οκ, μπαίνουν ζητήματα μεθοδολογίας και γενικότερης γνώσης επί του αντικειμένου, αλλά είναι κυρίως θέμα προσωπικής ενασχόλησης και παραγωγής λόγου.

-Ναι, εγώ εκεί ξεμπλόκαρα, το καλοκαίρι του ’16 στη Σέριφο, με αυτό ακριβώς που λες. Είχα συζητήσει με το Δεληβοριά και μου είχε πει ότι μουσική ακούνε όλοι κι έχουν δικαίωμα να γράψουν όλοι. Όπως και για ταινίες ή θέατρο. Αρκεί να το κάνουν με ωραίο τρόπο και όχι με κακεντρέχεια. Και αν δεν υπάρχει το υπόβαθρο για να το υποστηρίξεις, τελικά δε θα έχει κι ανταπόκριση. Οπότε, με τη μαιευτική μέθοδο –με βοήθησες- καταλήγουμε ότι δε χρειάζεται να είσαι δημοσιογράφος για να γράψεις για μουσική.

-Εξ΄ου και τα fanzines. Παράγεις κριτική και όχι μόνο, από τα κάτω, από τους ανθρώπους που εν τέλει είναι οι δέκτες της τέχνης. Προχωράμε. Και οι σχέσεις του Υπογείου με αυτό το χώρο πώς είναι; Μουσικό και δημοσιογραφικό.

-Με τους μουσικούς είμαι ευτυχισμένος! Όταν μέχρι τα 37-38 σου έχεις ασχοληθεί τόσο πολύ με τους μουσικούς, τους στίχους τους, τους δίσκους, γιατί έχουν επιλέξει αυτό το χρώμα στο εξώφυλλο, τι εννοούν με αυτή τη λέξη και ξαφνικά γνωρίζεις κάποιους, είναι πάρα πολύ όμορφο. Και το Υπόγειο είναι η αφορμή. Διαφορετικά δεν ξέρω αν θα το έκανα. Οπότε οι σχέσεις με το μουσικό κομμάτι της Αθήνας (και όχι μόνο) είναι πολύ καλές, με όσους έχω μιλήσει τουλάχιστον. Με το δημοσιογραφικό είναι ελάχιστες γιατί γνωρίζω ελάχιστους, αλλά γενικά είναι πολύ καλές. Αυτό με την ξινίλα που ανέφερα πριν, δεν είναι κάτι γενικευμένο και το έχω εκλάβει κυρίως μέσω τρίτων, αλλά και face to face που μου εξηγήθηκε πολύ επιστημονικά, αλλά δεν με αποθάρρυνε στο τέλος.

-Θα γυρίσω λίγο πίσω τη συζήτηση, στην «κολεκτίβα». Μία άλλη λέξη που θα μπορούσε να ανταποκριθεί, είναι το «δίκτυο» -χωρίς την πολιτική χροιά της πρώτης. Θα ήταν εφικτή η δημιουργία ενός ευρύτερου δικτύου; Μοντέλο Δυτικής Ακτής του ’90. Γραφιάδες, χώροι, κομμάτια της ελληνικής σκηνής και μια μεγάλη βάση ενεργών δεκτών;

-Φυσικά και θα μπορούσε. Απλά μετά είναι το τι περιμένει ο καθένας από αυτό που φτιάχνει. Ακούγεται υπέροχο, αλλά αν κάποιος πχ μου έλεγε να κόψω τα Song Diaries επειδή είναι πολύ γραφικά, δε θα μπορούσα να είμαι εκεί. Είναι πολύ όμορφο, αλλά δεν ξέρω στην πράξη πως θα λειτουργούσε.

-Ναι, εκεί πρέπει να υπάρχει και έντονη θεωρητικοποίηση και προσήλωση για να τραβήξει και εφ’όσον δε θα πέφτουν λεφτά, με κύριο γνώμονα την ελευθεριακότητα. Ένα τέτοιο εγχείρημα όμως θα ήθελα ένα έντυπο από πίσω του; Έχει πέσει τέτοια ιδέα στο τραπέζι;

-Αυτό το σκεφτόμουν το ’13, όταν φτιάχτηκε το δεύτερο σάιτ, να φτιάξουμε ένα τύπου free press. Να το είχαμε παράλληλα, ή να τρέχαμε μόνο αυτό. Είχα σκεφτεί μάλιστα και όνομα, “M3”. Music, movies και ένα άλλο “m” -που δεν θυμάμαι αυτή τη στιγμή. Το συζήτησα και με ένα φίλο γραφίστα, ο οποίος με προσγείωσε τότε. Μου εξήγησε ότι είναι τεράστια τα έξοδα και δε γίνεται.

-Αν υπήρχε ένα τέτοιο δίκτυο δε θα μπορούσε να το υποστηρίξει;

-Ίσως, αλλά είναι μεγάλο ρίσκο και δεν ξέρεις ποτέ αν θα τα βγάλεις πίσω.

-Σκέψεις πάνω στην ελληνική σκηνή;

-Έχω εντυπωσιαστεί όσο δεν πάει. Έζησα τα 90’s στην ηλικία που καταλάβαινα και ένιωθα τι γίνεται και νομίζω θεωρείται η χρυσή δεκαετία του ελληνικού ροκ, αλλά αυτό που ζούμε τα τελευταία 5 και βάλε χρόνια, το βλέπω σαν κάτι ανώτερο. Μπορεί να μην υπάρχουν Τρύπες, Ξύλινα Σπαθιά ή Στέρεο Νόβα, αλλά σήμερα σαν ποσότητα υπάρχουν πολλά περισσότερα πράγματα να ακούσεις και πολύ διαφορετικά. Το ’90 υπήρχαν κάποιες μανιέρες πχ Τρύπες ή Στέρεο Νόβα και οι άλλοι ακολουθούσαν. Τώρα γίνεται χαμός! Η ελληνική σκηνή είναι από τα ομορφότερα πράγματα στη ζωή μου.

-Αν δεν κάνω λάθος είχατε βάλει και στο δεύτερο “Music from the Basement” δύο ελληνικές μπάντες, τους Echo Train και τους Cyanna Mercury. Με αφορμή αυτά τα compilations που έχετε κυκλοφορήσει, ήθελα να σε ρωτήσω… λείπει το mixtape σα λογική;

-Έλειπε πάρα πολύ τη δεκαετία του 2000 με το που άνθισε το YouTube και γενικά το ίντερνετ ως μέσο για να ακούσεις μουσική. Όμως μετά το 2010, ξανάγινε λίγο της μόδας. Με σάιτ όπως το Κασετόφωνο, ή άλλα που κυκλοφορούν compilations καλλιτεχνών. Σε προσωπικό επίπεδο όμως, τα mixtapes που φτιάχνεις εσύ, τα ποιοτικά, δεν ξέρω. Δεν έχω ακούσει πολλά, οπότε δεν μπορώ να κρίνω. Ξέρω όμως είναι κάτι που μου αρέσει πάρα πολύ να κάνω από μικρός. Θυμάμαι είχα γράψει μια συλλογή σε κασέτα 90άρα, αντιγραφή, που την είχα ονομάσει «Ασανσέρ» -από τα πολλά και τα ανάμικτα συναισθήματα και καλά. Την είχα δώσει σε ένα φίλο μου και μετά από 2 χρόνια είχα πάει σε ένα πάρτι και έπαιζα μουσική με κασέτες και κάποια βινύλια. Βλέπω στην... κασετοθήκη του σπιτιού μια κασέτα που λέγεται «Ασανσέρ» κι έχει μέσα αφιέρωση «αγάπη μου, για σένα, την έγραψα, τάδε, τότε» και κατάλαβα ότι το φιλαράκι μου την είχε πάρει, είχε βάλει το δικό του χαρτί και το δικό του όνομα και ύστερα την έδωσε για αφιέρωση στο κορίτσι! Φοβερός!

-Μου δίνεις ωραίες πάσες όμως και ο κοινός παρονομαστής όσων έχουμε συζητήσει, είναι λίγο-πολύ η καταχρηστική έννοια του ρομαντισμού. Έστω του High Fidel-ικού σύγχρονου ρομαντισμού στην μουσική και τις τέχνες. Πώς το κρίνεις αυτό; Είναι κάτι που θα έπρεπε να κυκλοφορεί περισσότερο εκεί έξω;

-Καταρχάς υπάρχει ένα μεγάλο θέμα και είναι ότι έχει αλλάξει ο τρόπος που προσεγγίζουμε την μουσική. Αυτό που λένε, ότι οι παλιοί ακούγαμε τον δίσκο ολόκληρο, βάζαμε το βινύλιο και τον συζητούσαμε για ώρες, ισχύει, το κάναμε. Παίρναμε ένα δίσκο που έκανε 3,5 χιλιάρικα, γυρίζαμε σπίτι, φωνάζαμε φίλους, τον ακούγαμε ολόκληρο (και πολλές φορές) και συζητούσαμε γι’ αυτόν για 10 μέρες –μέχρι να πάρουμε τον επόμενο. Τώρα ακούμε διαφορετικά μουσική. Κομμάτια – κομμάτια που πέφτουν μπροστά μας. Μπορεί να έχουμε ακούσει από τα 50 κομμάτια των Monkeys, τα 8, αλλά ξέρουμε αν μας αρέσουν οι Monkeys. Δεν μπορώ όμως να πω ότι είναι χειρότερος τρόπος. Είναι σημεία των καιρών. Υπάρχει αρκετή μοναξιά σε σχέση με το ’90. Ακόμα και στα μπαρ υπάρχει διαφορετικός τρόπος διασκέδασης.

-Και μια προσωπική ιστορία – χαρακτηριστική αυτού του ρομαντισμού;

-Νομίζω ότι η πιο ρομαντική ιστορία που μου έρχεται, είναι η πρώτη φορά που άκουσα τα “9 Πληρωμένα Τραγούδια”. Που δεν έχει κάτι ρομαντικό, απλά έχει κάτι. Είχα πάει να τον πάρω από το Μετρόπολις στην Πανεπιστημίου, ήμουν 17 χρονών, τέλος Β’ Λυκείου. Πήγα κρυφά απ’ τους γονείς μου με το μηχανάκι ενός φίλου μου –που οι δικοί μου δεν με άφηναν να ανέβω σε μηχανάκι, αλλά εντάξει, τώρα μπορούν να το μάθουν- από το Χαϊδάρι στο Κέντρο. Στο δρόμο ο φίλος μου οδηγούσε πολύ ατσούμπαλα, οπότε μάλλον είχαν δίκιο οι γονείς μου και είχα ταλαιπωρηθεί ως και φοβηθεί μέχρι να φτάσουμε και εντάξει, πήρα το δίσκο και ήθελα να βάλω τα κλάματα όταν τον άκουσα. Είχα ήδη ακούσει στις συναυλίες τον μισό, τον Χειμώνα του ’93 και μετά πήγα σπίτι, σταμάτησα να διαβάζω ένα διάστημα (ούτε αυτό το ξέρουν οι γονείς μου) και για κάνα μήνα άκουγα μόνο αυτό το δίσκο. Το ρομαντικό όμως είναι το εξής, ότι πηγαίναμε στο σχολείο και συζητούσαμε τι άκουσα, επειδή οι άλλοι δεν το είχαν πάρει ακόμα. Αυτό τώρα δεν υπάρχει, λόγω του ίντερνετ. Δεν υπάρχει λόγος να πας στο Μετρόπολις, δεν υπάρχει καν το Μετρόπολις. Μαζευόμασταν σπίτι. Αλλά φαντάσου να προσπαθώ να εξηγήσω στα διαλείμματα, πώς είναι η revisited “Αμνησία”. Ότι είναι ακουστική, ότι έχει και κρουστά και σόλο κλασικής στην μέση, και να κανονίζουμε να έρθουν σπίτι μου το Σάββατο για να ακούσουμε όλοι μαζί. Αυτό είναι μια ρομαντική ιστορία, αλλά ήταν μια ρομαντική εποχή γενικά. Και με άλλα πράγματα. Να πηγαίνεις στο “Αν” τότε και να βλέπεις τα Ξύλινα Σπαθιά που έρχονται πρώτη φορά στην Αθήνα, με 40 άτομα κόσμο. Ή τους Εκτός Ελέγχου να διαλύονται και να το λένε επιτόπου στο μικρόφωνο.

-Μπορεί να γίνει μια επιστροφή ουσιαστική σε ένα τέτοιο μοντέλο; Έχει καν νόημα κάτι τέτοιο;

-Το βινύλιο ήταν μια προσπάθεια, αλλά εν τέλει δεν αποδείχθηκε ουσιαστικό. Κοίταξε, πιστεύω ότι ακόμα υπάρχει ρομαντισμός, αλλά είναι διαφορετικού τύπου. Εγώ αν το ρωτάς, πιστεύω ότι η μουσική έχει άμεση σχέση με το live. Καλό είναι, αν σ’ αρέσει η μουσική να πηγαίνεις και στις συναυλίες. Είναι η επαφή με τους τριγύρω. Όλα είναι το λάιβ και η ακρόαση στο σπίτι σου. Η μουσική δεν είναι μόνο πατάω play σε οτιδήποτε εμφανίστηκε μπροστά μου και μετά πάω σε άλλο play και σε άλλο play. Το παρακάνουμε λίγο. Και αυτός είναι τρόπος να ακούς μουσική, αλλά δύσκολα θα καταλάβεις τι θέλει να περάσει ένας μουσικός χωρίς να ακούσεις όλο το δίσκο. Αλλά ούτε αυτό μπορώ να το κρίνω. Σίγουρα δεν είναι ο τρόπος που θα καταλάβεις ακριβώς τι συμβαίνει. Αλλά πρόσεξε, μπορεί να κάτσω σε μία συζήτηση και να μου πει κάποιος έφηβος με το δικό του τρόπο και τη δική του προσέγγιση πράγματα που εγώ δεν τα ξέρω. Μου λέει ο τάδε «άκουσα το καινούριο του ΛΕΞ, 3 τραγούδια και ήδη ξέρω ότι είναι ο δίσκος της δεκαετίας». Οκ. Εγώ αυτό δεν το νιώθω. Δεν μπορώ όμως να τον πω επιφανειακό γιατί ξέρω ότι είναι σε άλλη εποχή. Ο ρομαντισμός τώρα μπορεί να είναι ότι τον άκουσε επιτόπου κι έγραψε τα δικά του ποιήματα ή πήρε την κοπέλα του και της είπε «άκου εδώ τι γίνεται» και πήγε κάτω απ’ το σπίτι της, δεν ξέρω. Ή να το γράψει στο θρανίο. Οπότε ρομαντισμός υπάρχει, αλλά με πολύ διαφορετικό τρόπο σε μία πολύ σκληρή εποχή. Αναγκαστικά και ο ρομαντισμός είναι πιο σκληρός και σίγουρα εκφράζεται με διαφορετικούς τρόπους.

 

[Το “Save This Town” είναι ένα τραγούδι των Blue Foundation. Είναι επίσης μια μηνιαία σειρά συζητήσεων του Breakroom.gr με ανθρώπους της πόλης που προέρχονται από διάφορα πόστα και φορείς, με κοινό τόπο τη δημιουργία και την έμπνευση. Σε μία κατά τα άλλα αμήχανη περίοδο, ο στόχος δεν πρέπει να είναι η προώθηση ή/και το εφήμερο κέρδος, αλλά η διαμόρφωση και η κοινοποίηση μιας διαφορετικής νοοτροπίας, ικανής να κινητοποιήσει προς μια νέα κατεύθυνση προσέγγισης της Τέχνης, της πραγματικότητας και του ατόμου.]

  • 1
  • 2
  • 3
  • 4
  • 5
  • 6
  • 7

Δημήτρης Φαληρέας

Αρχισυντάκτης

back to top

Comments

tomorrowland athens armin van buuren breakroom

AGENDA

July 2019
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31