#BestOfTheRest: Dead Can Dance - Anastasis

Κάθε Σάββατο το Breakroom.gr επιλέγει ένα από τα άλμπουμ που πρέπει να ακούσεις πριν πεθάνεις.

 Οι Dead Can Dance, το αυστραλιανό μουσικό πρότζεκτ των Lisa Gerrard και Brendan Perry, σχηματίστηκαν το 1981 στη Μελβούρνη κι έναν χρόνο αργότερα μετέφεραν τη βάση τους στο Λονδίνο. Αν και το ζευγάρι -και στη ζωή-  Gerrard και Perry,  ήταν αυτό που θέσπισε την ιδέα των Dead Can Dance, χρειάστηκε να βάλουν το λιθαράκι τους αρκετοί καλλιτέχνες για να δημιουργηθεί αυτό που αργότερα λάτρεψαν πολλοί από εμάς. Πέρα από τους προαναφερθέντες, διατηρήθηκε ένας βασικός κορμός μουσικών κι ένας μεγαλύτερος με διάφορες προσθαφαιρέσεις καλλιτεχνών.  Από τις πρώτες τους κιόλας παραγωγές, ο ήχος τους ξεχώρισε. Ως αρκετά μουσικά εκπαιδευμένα, τα μέλη του γκρουπ, σχεδόν διαμόρφωσαν ένα δικό τους είδος, συνδυάζοντας την κλασική μουσική με άλλοτε παραδοσιακούς ανατολίτικους και αφρικανικούς ήχους, άλλοτε με την κέλτικη folk και άλλοτε με την avant-garde και τη new wave. Από νωρίς επίσης, έδειξαν ότι όχι μόνο μουσικά, αλλά και αισθητικά έχουν πολλά να προσφέρουν, με άλμπουμ με ξεχωριστό artwork, μπλέκοντας διάφορες κουλτούρες, όπως την Ελληνική με αυτή της Νέας Γουινέας.

Γράφει η Σέβη Σταυριανάκου

Οι Dead Can Dance κατάφεραν πολύ σύντομα να κερδίσουν τα πλήθη καθώς ήταν εκπληκτικοί τόσο στη δισκογραφική τους πορεία όσο και στις ζωντανές εμφανίσεις τους, αφήνοντας άφωνους όσους είχαν την ευκαιρία να τους δουν. Ωστόσο, κάπου στα μέσα του '90, η μπάντα άρχισε να δυσλειτουργεί με αποτέλεσμα την ανακοίνωση της προσωρινής κατά πώς φάνηκε διάλυσή της στο κοινό. Επανενώθηκαν  το 2005 όμως, για ένα τουρ στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, χωρίς κάποια νέα δισκογραφική δουλειά. Αυτή τελικά ακολούθησε λίγα χρόνια αργότερα, το 2011, όπου η μπάντα βρήκε τις ισορροπίες της, κάνοντας άλλο ένα πλέον παγκόσμιο τουρ με σκοπό την προώθηση του νέου τους άλμπουμ Anastasis (2012), που είναι και το άλμπουμ στο οποίο θα αναφερθώ σήμερα.

 Ο τίτλος του δίσκου, Anastasis, νομίζω φανερώνει σε εμάς τους ελληνόφωνους την επιστροφή των DCD και την κατ' εξακολούθηση προτίμησή τους στο λεξιλόγιό μας. Απ' το πρώτο κιόλας άκουσμα αντιλαμβάνεσαι ότι πρόκειται για ένα μουσικό ταξίδι. Αιθέριες μελωδίες σε συνδυασμό με την ήπια μεν αλλά αυστηρή δε φωνή του Perry , σε παρασύρουν σε έναν άλλο κόσμο, εξωπραγματικό θα έλεγα.  Τα όργανα συνεργάζονται αρμονικά, παράγοντας ήχους σχεδόν παραμυθένιους, με πινελιές απ' όλες τις άκρες της γης -η γη είναι επίπεδη παρεμπιπτόντως -. Άλλοτε ταξιδεύεις κάπου στα βάθη της Ανατολής, άλλοτε παραπατάς σε κάποια έρημο κι άλλοτε νιώθεις ότι είσαι κομμάτι των κόσμων που έπλασε ο Tolkien.  Η άψογα εκπαιδευμένη φωνή της Lisa Gerrard, σαν ψαλμωδία σχεδόν, σου προκαλεί ένα δέος κι ένα σεβασμό προς αυτό που ακούς, ενώ παράλληλα η μουσική προσπαθεί ύπουλα να σου δώσει ένα πιο χορευτικό ρυθμό. Ανταλλάσσοντας συνεχώς τη σκυτάλη οι δυο τους, δε σου αφήνουν περιθώριο να βαρεθείς. Κομμάτια όπως τα "Anabasis", "Amnesia" και "Opium" καταδεικνύουν επίσης την επιρροή της darkwave μουσικής στον ήχο της μπάντας, και πώς ως έμπειροι τεχνουργοί την ενσωμάτωσαν στο είδος τους.  Αβίαστα προχωράνε τα τραγούδια και όσο περισσότερο αφοσιώνεσαι σε αυτά, τόσο βαθύτερα καταλήγεις στις σκέψεις και τις εικόνες που σου δημιουργούν.

Γενικότερα, αν και ο δίσκος αυτός δίχασε ή μάλλον ξένισε σε κάποιους από τους παλαιότερους φαν,  είναι ένα αριστούργημα.  Είναι εντυπωσιακό το πόσο ένας φαινομενικά ήπιος ήχος μπορεί να σου προκαλέσει τόσο έντονα συναισθήματα και να σε ημερέψει ταυτόχρονα. Το Anastasis είναι ένα άλμπουμ που αξίζει να απολαύσει κανείς,  και μακάρι να ακολουθήσουν κι άλλοι δίσκοι σαν κι αυτόν.

Original Release Date | 2012

Label | PIAS Recording

Producers | Brendan Perry, Lisa Gerrard

Running Time | 56:06

Tracklist:

1. Children of the Sun

2. Anabasis  

3. Agape 

4. Amnesia 

5. Kiko

6. Opium 

7. Return of the She-King 

8. All in Good Time

Media

back to top

Comments

AGENDA

No event in the calendar
July 2020
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31

Editorial