Η εμπορευματοποίηση της ανάμνησης και της νοσταλγίας στη μουσική

Περιοδείες με ολογράμματα, επανενώσεις διαλυμένων μπαντών και αν τελικά τα χρήματα είναι σημαντικότερα της υστεροφημίας.

- Εγκαταλείπεις κρεβάτι, φτιάχνεις καφέ, στρογγυλοκάθεσαι και επαναλαμβάνεις την ατάκα κάθε πρωινού «Ας δούμε τι συνέβη στον κόσμο τις ώρες του μακάριου ύπνου μου.» [Από το στόμφο θα εξαρτηθεί και η κινηματογραφικότητα της σκηνής]. Ειδησεογραφικά, αθλητικά ενδεχομένως, καιρός, ώσπου έρχεται μοιραία και η στιγμή για τα μουσικά νέα της επικαιρότητας - 

Γράφει η Βικτώρια Χαραλάμπους

Και μετά από τόσες αυθαίρετες εικασίες για τον τρόπο που επιλέγει να ενημερώνεται καθείς, προκύπτει και η απορία που απασχολεί ετούτο εδώ το κείμενο. Σε τι ποσοστό της ενημέρωσης για τη μουσική επικαιρότητα ενδιαφερόμαστε για τα όντως μουσικά «νέα» και δεν έχουμε πέσει σε μία λούπα στην οποία ανανοηματοδοτείται και πωλείται ξανά και ξανά το concept της νοσταλγίας;

Επανενώσεις παλιότερων ονομάτων, δισκογραφικές επιστροφές, ακόμη και περιοδείες με ολογράμματα, γλυκόπικρη νοσταλγία και στιγμές ακραιφνούς συγκίνησης, από τη μία πλευρά – εμπορευματοποίηση, χιπστεριά και ξεπούλημα, από την άλλη. Τα δεινά πολλά, οι κατηγορίες ακόμη περισσότερες και ίσως σε λίγο καιρό να είναι πιο ευκρινείς οι λόγοι που διαμόρφωσαν το τωρινό τοπίο της μουσικής βιομηχανίας, αλλά προς το παρόν θα μείνουμε στο γιατί τόση πίσσα και γιατί τόσο πέπουλο εκατέρωθεν - από fans και επιφυλακτικότερων του μουσικόφιλου κοινού. 

Θα μπορούσαμε να αποδώσουμε αυτή την οργασμική comeback-ίαση και προσκόλληση στη χιλιοειπωμένη- και χιλιοτραγουδισμένη, φυσικά- αίγλη της «νοσταλγίας», στις νέες δυνατότητες που αξιοποίησαν οι μουσικοδίφες. Άλλοι, θα μπορούσαν να βάλουν στη συζήτηση την αντίληψη ότι «ό,τι άκουσες, άκουσες μέχρι μία ηλικία και μετά απλά αναζητάς τα ίδια ακούσματα». Ενώ, εξίσου εύκολα, θα μπορούσε κανείς να βρει ένα καλό πάτημα στον «εναλλακτισμό» που μαστίζει τους νεότερους ακροατές. 

Σε αυτό το σημείο, και πριν μπει η νικήτρια απάντηση στο brainstorming που επιχειρείται στις τελευταίες σειρές , εύχομαι το ζήτημα να είναι πολυπαραγοντικό. Και όχι γιατί αγαπώ να θίγω τη γενιά ακροατών στην οποία συγκαταλέγεται και η αφεντιά μου, ή τις γενιές που μας έμαθαν και δυο πράγματα από μουσική (ακόμη και με το αγαπημένο-σιχαμένο ύφος  «παιδιά, δε βγαίνουν πια τέτοιες μουσικές») πολλώ δε μάλλον, να ψάχνω αρνητικά σε μέσα που χρησιμοποιήσαμε, χρησιμοποιούμε, θα συνεχίσουμε να κάνουμε το ίδιο, και για του λόγου το αληθές έχουν ανοίξει τα κεφάλια και τα αφτιά κόσμου και κοσμάκη.

Τώρα, όσο ρομαντικά κι αν θα ήθελα να αναλύω περί μουσικής - ή και για όποια άλλη μορφή τέχνης εδώ που τα λέμε, δε γίνεται να αγνοηθούν εγγενή χαρακτηριστικά του ίδιου του αντικειμένου της συζήτησης. Και οποία έκπληξις, μιλώντας για μουσική, αναφερόμαστε σε μια ολόκληρη βιομηχανία. Plot twist, λοιπόν, πεντακόσιες λέξεις μετά, για τα λεφτά γίνονται όλα, εντάξει - ως επί το πλείστων τουλάχιστον. Ο λόγος που εύχομαι να ισχύει έστω ένας από τους προαναφερθέντες λόγους που έφεραν αυτή τη στροφή 180°  στη νοσταλγία, τέλος πάντων, είναι για να υπάρχει το λιγότερο μία αφορμή που να μπορεί να νομιμοποιήσει τον τρόπο που βρήκαν δισκογραφικές και καλλιτέχνες να θεραπεύσουν τους σκοπούς τους. Και είτε τίθεται κανείς υπέρ, είτε κατά της κατάστασης που έφερε η εξύμνηση της νοσταλγίας, είναι σίγουρα πιο «αθώα» η δικαιολογία ότι εργαλειοποιήθηκαν οι προτιμήσεις/ οι εμμονές/ τα συναισθήματά των απανταχού μουσικόφιλων, παρά το ότι δημιουργήθηκαν ερήμην μας τα δεδομένα ως έχουν, κι έπειτα πιστοί, άπιστοι και ημί-πιστοί σπεύσαμε να απενοχοποιήσουμε τα κέρδη της εκβιασμένης νεκρανάστασης που επιβλήθηκε στα νιάτα που ζήσαμε ή δε ζήσαμε. Γιατί καμία αποστασιοποίηση, «διαζύγιο», «σύνταξη» ή θάνατος, σήμερα, δε νοείται να είναι πιο σεβαστός από λίγα επιπλέον κέρδη.

Ως εκ τούτων, και επειδή μία ρεαλιστική ματιά δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ τόσο μονόπαντη, είναι πολύ σημαντικό να γίνει η εξής διάκριση. Από όλη αυτή την αναμάσηση της «νοσταλγίας», σαφώς και έχουν βγει αποτελέσματα πολύ θετικά, επιτυχημένα και πραγματικά αναβαθμισμένα - δεν αντιλέγει κανείς επ’αυτού. Η πρόσοψη της «γλυκιάς ανάμνησης» σε ένα αναβαθμισμένο παράδειγμα, όμως, θα ικανοποιήσει περισσότερο ενώ θα ενοχλήσει/συζητηθεί λιγότερο – σε αντίθεση με τις εξόφθαλμες αποτυχίες. Έχουμε γίνει μάρτυρες επιστροφών-καταστροφών, επιστροφών που μας ξενέρωσαν, επιστροφών που δημιούργησαν διλλήματα.

Τελευταία, για παράδειγμα, την τιμητική τους είχαν οι εντυπωσιακές (;) περιοδείες με ολογράμματα θανούντων καλλιτεχνών (Amy Winehouse, Roy Orbison, Ronnie James Dio, Frank Zappa, Michael Jackson). Γεγονός πολύ εντυπωσιακό μεν, πολύ αμφιλεγόμενο δε. Σκεφτείτε, υπάρχει ένας αξιοσημείωτος αριθμός start-up με κύριο τους αντικείμενο αυτό ακριβώς. Αυτού του είδους η επιχειρηματικότητα αναγκαία εγείρει το ερώτημα «τι εστί υστεροφημία στη μετανεωτερικότητα;», και το ίδιο αυτόματα ανασύρει τον στίχο του ποιητή σαν την πιο τίμια απάντηση που θα μπορούσε να βρεθεί «κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών».

Στη συνέχεια, μιλώντας για υστεροφημία ας πάρουμε ένα λεπτό να σκεφτούμε το ενδεχόμενο ο Bono συνεχίσει να βγάζει δίσκους την ερχόμενη δεκαπενταετία, ή οι Scorpions να μη σταματήσουν σύντομα τις τελευταίες πανελλήνιες περιοδείες τους, ή αν μετά τη μία συναυλία με τον Bonham το Νεότερο, οι Zeppelin είχαν αποφασίσει να «χαράξουν νέα πορεία». Τι πραγματικά καλό θα μπορούσε να προκύψει από τα παραπάνω; Είναι ένα πράγμα το παρελθόν να γίνεται προωθητική δύναμη για το τώρα και εντελώς διαφορετικό πράγμα το να ταυτίζονται αυτά τα δύο.

Είδαμε ολόκληρα είδη (βλ. Shoegaze: Η αναβίωση*) να επανεμφανίζονται από το πουθενά και μπάντες που έγιναν γνωστές στο νεότερο κοινό μετά την επιστροφή τους (Jesus and Mary Chain, Ride, Lush κοκ), να γίνονται πηγή έμπνευση για νέες μουσικές.  Είδαμε, ένα πανέμορφο από κάθε άποψη άλμπουμ από τους Gorillaz και ένα ακόμη από τους LCD Soundsystem, μετριότερα αποτελέσματα από ιερά τέρατα Depeche Mode, Pixies κ.α. Σε άλλα αξιοσημείωτα comebacks και οι Deep Purple, οι AC/DC με τον Axl, καθώς και οι Sabbath, που πέρα από το αναμενόμενο κοινό τους δείχνουν από irrelevant έως underground σε σχέση με το τωρινό κυρίως ρεύμα.

Πολύ ενδεικτικά και κοντά στα δικά μας δεδομένα, το συναυλιακό καλοκαιρινό πρόγραμμα μέχρι τώρα έχει διαμορφωθεί ως εξής - Dropkick Murphys, James, Damian Marley, Iggy Pop, Jethro Tull, New Order, Johnny Marr, Canibal Corpse, Cypress Hill, Alice in Chains,Disturbed, Dead Can Dance, Slayer, Tindersticks, The Cure, The Ride κα. Το αράδιασμα αυτό δε γίνεται με καμία γκρίνια. Πρόκειται για headliners με ιστορία, καριέρα χρόνων, και παρακαταθήκη πέρα από αξιόλογη. Προφανώς θα πάμε σε πολλές από τις παραπάνω συναυλίες κι ας πρόκειται για ονόματα που έχουν ξεπεράσει (κατά λίγο ή κατά πολύ) το peak της πορείας τους, κι ας μην ανήκουν στην επικαιρότητα του 2019, κι ας μη διαγράφεται το λαμπρό μέλλον μπροστά τους. 

Η απορία που προκύπτει, μάλλον, είναι αν όλο αυτό το πάθος με την ανάμνηση και τη νοσταλγία στερεί σημαντικό χώρο και χρόνο, στοιχεία ζωτικά για να γεννηθούν νέα, διαφορετικά και δημιουργικά πράγματα. Στην τελική, κανείς δεν είπε ότι το παρελθόν δεν αξίζει την προσοχή που του αναλογεί, αλλά φαίνεται ότι εν προκειμένω παίζεται μεγάλο μονοπώλιο.  

Βικτώρια Χαραλάμπους

Μουσική συντάκτρια

back to top

Comments

tomorrowland athens armin van buuren breakroom

AGENDA

July 2019
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31