H Monika φταίει για όλα

Μάντισσες, αποκαθηλώσεις εν μία νυκτί και ένα ελληνικό Facebook που διψάει για αίμα.

Δεν ξέρω ποια είναι η άποψη σας για το Facebook και δη το ελληνικό. Εγώ ακόμη δεν έχω καταλήξει αν είναι κάτι καλό ή κάτι κακό. Υποθέτω πως η απάντηση είναι ανάλογη της χρήσης. Μέσω αυτού έχω γνωρίσει ανθρώπους που αποδείχθηκαν πολύ σημαντικοί στη ζωή μου και συνεχίζουν να αποδεικνύονται μέχρι και σήμερα. Από την άλλη κάποτε έκλεισα ένα προφίλ και απείχα έξι μήνες από αυτό λόγω του ότι το timeline μου είχε γίνει ένας οχετός διαφόρων ημι(δι)άσημων που εκτόξευαν απόψεις δια παντός θέματος δεξιά κι αριστερά. Ακόμη κι αν δε τους είχε ζητηθεί. Ή καλύτερα, κυρίως όταν δε τους είχε ζητηθεί.

Γράφει ο Νίκος Παπανικολάου

Το ελληνικό Facebook αρέσκεται σε σταυροφορίες. Κοινωνικές, κομματικές, πολιτικές, μουσικές. Όλοι κατεβάζουν τα παντελόνια τους και μετράνε ποιος την έχει πιο μεγάλη. Αριστεροί εναντίον δεξιών, Νεοδημοκράτες εναντίον ΣΥΡΙΖαίων, αναρχικοί εναντίον φασιστών και άπαντες εναντίον Μόνικας και Μαρίνας Σάττι. Θα αναρωτηθεί κανείς πως αυτές οι συγκρίσεις κολλάνε μεταξύ τους. Και η απάντηση είναι μία και αρκετά απλή: Όλες αυτές οι συγκρίσεις καταδεικνύουν με τον πιο εμφανή τρόπο την ψευδαίσθηση του χρήστη (και δη του Έλληνα) πως η άποψη του μετράει. Ωστόσο, υπάρχει μία πολύ λεπτή γραμμή μεταξύ άποψης, στοχοποίησης και επίθεσης. Και στην περίπτωση των δύο μουσικών, το ελληνικό Facebook βρήκε τα εξιλαστήρια θύματα που τόσο καιρό έψαχνε.

Χρονολογικά, η Μαρίνα Σάττι ήταν αυτή που άνοιξε το κουτί της Πανδώρας. Έχοντας βγάλει ένα συμπαθητικό κομμάτι για τα δεδομένα της ελληνικής μουσικής, ένα από τα πολλά που έχουν βγει το τελευταίο διάστημα, η Σάττι ήταν αυτή που, για κάποιο λόγο, συγκέντρωσε όλα τα πυρά επάνω της. Ακόμη και σήμερα, αδυνατώ να καταλάβω το γιατί. Στη μουσική πραγματικότητα της Ελλάδας, οι επιλογές για έναν μουσικό είναι ελάχιστες. Είτε να πάει στα μπουζούκια για να καθαρίζει κανένα μεροκάματο, είτε να είναι part time μουσικός, κάτι που στις περισσότερες των περιπτώσεων καταλήγει, δυστυχώς, σε no time μουσικός. Άλλωστε η καθημερινότητα και οι ανάγκες της δεν έχουν χώρο για όνειρα. Όμως, σε κάθε κανόνα υπάρχουν και εξαιρέσεις. Δεν ξέρω πως είδαν οι περισσότεροι το κομμάτι της Σάττι. Θα σας πω πως το είδα εγώ. Είδα ένα φρέσκο κορίτσι με ωραία φωνή να βγάζει ένα κομμάτι πολύ συμπαθητικό, μεταξύ ποπ και παραδοσιακού, και να γυρίζει ένα βίντεο κλιπ, με ένα ωραίο χορευτικό στους δρόμους της Αθήνας. Μακριά από μπουζούκια και σκυλοποπ, μακριά από γυφτοραπ και τσιφτετελοχιπ χοπ, προσπαθεί να κάνει το όνειρο της πραγματικότητα. Και τελικά πόσο κακό είναι αυτό; Υποθέτω για τον μέσο Έλληνα χρήστη του Facebook που κι από μουσική ξέρει, κι από πολιτική ξέρει, η ετυμηγορία ήταν εύκολη: «Άντε μωρέ με το μπάζο το ατάλαντο». Και η απάντηση, αν κάποιος πραγματικά ήθελε να το ψάξει, ήταν στο βιογραφικό της, από το οποίο παραθέτω ένα κομμάτι:

«Τον Σεπτέμβριο του 2004 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει Αρχιτεκτονική στο Ε.Μ.Π., ενώ παράλληλα σπούδαζε κλασικό τραγούδι, θέατρο και χορό. Στα επόμενα πέντε χρόνια πήρε δίπλωμα κλασικού τραγουδιού με τον βαρύτονο Πάνο Δήμα, πτυχίο κλασικού πιάνου κι ανώτερων θεωρητικών. Αργότερα, κέρδισε υποτροφία για το Berklee College of Music, από το οποίο αποφοίτησε το 2011 με εξειδίκευση στο Contemporary Writing and Production (σύγχρονη ενορχήστρωση και παραγωγή) και Film Scoring.

Ως τραγουδίστρια έχει συνεργαστεί με καλλιτέχνες όπως οι Bobby McFerrin, Wayne Shorter, Danilo Perez, Patrice Rushen, Peter Herbolzheimer, Zebra Omnes, Simon Shaheen, Μάριος Φραγκούλης, Αλέκα Κανελλίδου, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χρήστος Θηβαίος, και πολλούς άλλους. Το 2007 τραγούδησε το τραγούδι Sugartown στην ομώνυμη ταινία του Κίμωνα Τσακίρη (Βραβείου κοινού στο Β' Φεστιβάλ Κοινού Κύπρου) ενώ δύο χρόνια μετά, το 2009, εκπροσώπησε την Ελλάδα στην ευρωπαϊκή περιοδεία της European Jazz Orchestra (EBU). Επιπλέον, το 2010 τραγούδησε στο Kennedy Center (Washington DC) με το World Jazz Nonet.». Αυτό, λοιπόν, είναι το βιογραφικό ενός ατάλαντου μουσικού κατά την άποψη του μέσου Έλληνα χρήστη Facebook, το σωτήριον έτος 2017.

Η Monika από την άλλη, είναι μία περίπτωση με πολλές ομοιότητες και πολλές διαφορές. Ήταν το 2008 όταν έκανε το μεγάλο μπαμ κυκλοφορώντας το Avatar, ένα άλμπουμ που μέχρι και σήμερα παραμένει κλασικό στο είδος του. Και απόλυτα επιτυχημένο, πουλώντας 30000 αντίτυπα σε μία εποχή που τα άλμπουμ που έκαναν τέτοια νούμερα ήταν κυρίως από λαϊκούς τραγουδιστές. Η Monika ήταν από τους πρώτους μουσικούς που κατάφερε να έχει μία εμπορικότητα στην αγγλόφωνη ελληνική σκηνή, εμπορικότητα που δεν μείωσε στο ελάχιστο την ποιότητα της μουσικής της, έχοντας μάλιστα τον Martin Wenk των Calexico να παίζει τρομπέτα στο Avatar. Ένα δείγμα της εκτίμησης που είχε στις μουσικές δυνατότητες της Monika, όταν την άκουσε να παίζει live ως opening act στη συναυλία που έδωσαν οι Calexico στην Αθήνα, το 2006.

Επτά χρόνια μετά το Avatar και έχοντας μεσολαβήσει η κυκλοφορία του Exit, το οποίο επίσης έγινε πλατινένιο, η Monika δοκίμασε τις δυνάμεις της στο εξωτερικό. Έχοντας ως βάση τη Νέα Υόρκη, κυκλοφόρησε το Secret In The Dark, δουλεύοντας μαζί με τους Homer Steinweiss και Thomas Brenneck, οι οποίοι ήταν βασικοί συντελεστές στο Back To Black της Amy Winehouse, το οποίο κυκλοφόρησε το 2006. Το άλμπουμ έλαβε καλές κριτικές από τον ξένο μουσικό Τύπο, ενώ η Monika καθιερώθηκε ως μία από τις ανερχόμενες φωνές του χώρου κάτι που της έδωσε και εισιτήριο στα Tiny Desk Concert του NPR. Εκεί απ’ όπου έχουν περάσει ονόματα όπως οι National, o Chance The Rapper, οι alt-j, o Sampha και η Adele μεταξύ άλλων. Και έχοντας ουδεμία διάθεση να συγκρίνω καλλιτεχνικές οντότητες, η παρουσία της στο εν λόγω concert ήταν σημαντική και αναμφίβολα δίκαια. Κι από τα Tiny Concert του NPR και την επιτυχία του εξωτερικού, η Monika επέστρεψε στην Ελλάδα και πειραματίστηκε μουσικά, κυκλοφορώντας ένα κομμάτι με ελληνικό στίχο, τη Στάλα. Κάτι που αναμφίβολα προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του μέσου Έλληνα χρήστη του Facebook, ο οποίος απεφάνθη πως το κομμάτι είναι για τα μπάζα, η Monika υπερεκτιμημένη και άφωνη και πως είναι απορίας άξιον πως το κορίτσι αυτό έκανε την καριέρα που έκανε.

Θα συμφωνήσω στο ότι όλοι οι μουσικοί έχουν κομμάτια καλά και άλλα που είναι λιγότερο καλά. Ακόμη και σπουδαία ονόματα, είχαν κομμάτια που ήταν μέτρια, κακά τα ψέματα. Ωστόσο, η αναγνώριση πως ένα κομμάτι δεν είναι αρκετά καλό από την πλήρη καλλιτεχνική αποκαθήλωση ενός καλλιτέχνη απέχουν κατά πολύ. Σίγουρα όχι τόσο πολύ στο ελληνικό Facebook, ωστόσο γενικά απέχουν κατά πολύ. Τουλάχιστον στο μυαλό το δικό μου. Δεν ξέρω πόσο λεπτή είναι η γραμμή μεταξύ αυτών των δύο στο μυαλό του καθενός, στο δικό μου τουλάχιστον είναι δύο έννοιες εντελώς διαφορετικές. Ωστόσο, ζούμε στη χώρα της υπερβολής κι αυτό είναι κάτι που λατρεύουμε. Να βρίσκουμε είδωλα Δευτέρα και να τα αποκαθηλώνουμε την Τρίτη. Άλλωστε, για τα προβλήματα που τραβάει η ελληνική μουσική πραγματικότητα, φταίει η Monika και η Σάττι. Όχι οι δισκογραφικές τύπου Spider, όχι η ΑΕΠΙ, όχι οι φτηνές παραγωγές, οι στίχοι της τουαλέτας και τα κιτς βίντεο. Αυτά, πια, δε μας ενοχλούν. Η αισθητική μας έγινε επιλεκτική και έμαθε να θεωρεί κάτι φυσιολογικό την ασχήμια που υπάρχει στο μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής μουσικής. Τo Facebook έγινε η αρένα που πετάμε ανθρώπους στα λιοντάρια και η υπερβολή ένα αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινότητας μας.

Νίκος Παπανικολάου

Αρχισυντάκτης

back to top

Comments

bazooka victim of society banner gagarin breakroom banner

θραξ πανκc fuzz breakroom banner

gimme shelter film festival breakroom gagarin

AGENDA