Τελικά είναι ok να κρίνεις κάποιον από την μουσική που ακούει;

Μια σχετικά πλήρης και σχετικά εκτενής ανάλυση.

Η μουσική μπορεί να σημαίνει πολλά. Κυρίως κλισέ ατάκες όπως «η μουσική είναι έκφραση», «η μουσική είναι συναίσθημα» ή «χωρίς μουσική, η ζωή θα ήταν λάθος» που μάλιστα αποδίδεται και στο Νίτσε (;)σύμφωνα με την απύθμενη σοφία του ίντερνετ και πολύ αμφιβάλλω για την αξιοπιστία της. Άσε που είναι εντελώς μπαρούφα. Σίγουρα η μουσική είναι έκφραση και συναίσθημα –όπως άλλωστε κάθε μορφή τέχνης, ακόμα κι αν είναι σαφώς η πιο προσιτή και διαδεδομένη. Κυρίως για τον καλλιτέχνη ως πομπό και δευτερευόντως για τον ακροατή ως λήπτη του μηνύματος. Ωστόσο, σήμαινε και σημαίνει ακόμη κατά περιπτώσεις κάτι παραπάνω.

Γράφει ο Δημήτρης Φαληρέας

Εν αρχή, το κάθε genre, ο κάθε καλλιτέχνης, ανταποκρινόταν σε κάτι συγκεκριμένο. Μια κοινωνική ομάδα που οριζόταν ανάλογα το χώρο και το χρόνο από κάποια κοινά χαρακτηριστικά και ενδεχομένως ένα σύστημα αξιών, ηθικής, εθίμων και ένα κοινό παρελθόν με συνέχεια και συνέπεια στο χώρο και στο χρόνο που μοιράζονταν μεταξύ τους αυτά τα άτομα. Ένα τμήμα ενός κώδικα επικοινωνίας. Η κλασική μουσική ανταποκρινόταν ανέκαθεν στα ανώτερα στρώματα ως τα μόνα που είχαν πρόσβαση, ενώ για τα κατώτερα υπήρχαν ευτελείς απομιμήσεις που παρέπεμπαν περισσότερο στο χαβαλέ και την «ανάγκη για ξέσπασμα» αυτών των τάξεων, παρά στην εκτίμηση του έργου τέχνης που ονομάζεται συμφωνία και θεωρητικά δεν είχαν την παιδεία για να κατανοήσουν, κάτι που άρχισε να αλλάζει από τη Γαλλική Επανάσταση. Αργότερα μπορούμε να ρίξουμε μια ματιά στο παράδειγμα της blues, που ξεπήδησε από τους μαύρους του Αμερικανικού Νότου, σε μια εποχή που η KKK ακόμα θέριζε κόσμο και η δουλεία είχε καταργηθεί μόνο στα χαρτιά και της house που γεννήθηκε στα gay bar του Σικάγο και του Ντιτρόιτ. Και για κάθε άλλο είδος μουσικής υπάρχει μια αντίστοιχη ιστορία. Ακόμα και στην εποχή μας εντοπίζονται παρόμοιες περιπτώσεις. Η ελληνική πανκ σκηνή στηρίζεται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από τους εγχώριους αναρχικούς, ενώ συγκροτήματα και καλλιτέχνες σε παγκόσμιο επίπεδο χαίρουν εκτίμησης σε συγκεκριμένους κύκλους, όπως η Marina & The Diamonds στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Γεγονός που οφείλεται στις τοποθετήσεις και την πολιτική της στάση, στηρίζοντας ανοιχτά τα δικαιώματα τους.

Η ευρεία πλειοψηφία των μουσικών όμως δεν είναι έτσι. Και δεν είναι έτσι πολλά χρόνια τώρα, για δύο βασικούς λόγους. Χίπστερς και καπιταλισμός. Όλα ξεκίνησαν όταν οι χίπστερς (όρος που αρχικά περιέγραφε τους λευκούς που γοητεύτηκαν από την μαύρη κουλτούρα και την υιοθέτησαν) προσπάθησαν να ενταχθούν σε ένα σύνολο, χωρίς τα ίδια βιώματα ή κώδικα επικοινωνίας. Θέτοντας ταυτόχρονα τις βάσεις για αυτό που μπορεί να περιγραφεί ως white liberal racism, και σήμερα συναντάμε πιο έντονα από ποτέ. Είδη όπως η jazz και η rockabilly διαδόθηκαν στους λευκούς, οι οποίοι τα κατάκλεψαν βασιζόμενοι στη φυλετική ανισότητα (καλησπέρα Elvis) και εκεί πήρε τη σκυτάλη ο καπιταλισμός. Η μουσική βιομηχανία αναπτύχθηκε και γιγαντώθηκε σύντομα μετά το Β’ Π.Π, η μουσική σταδιακά ξεγυμνώθηκε από κάθε ιδεολογικό υπόβαθρο και μετατράπηκε σε απτό εμπόρευμα με πραγματικό, υλικό αντίκρισμα. Η απήχηση του εκάστοτε καλλιτέχνη, τα στρώματα ή οι κοινωνικές ομάδες που απευθύνεται, είναι μια άλλη κουβέντα και μπορεί να οφείλεται σε πληθώρα παραγόντων, όπως την αισθητική της μουσικής, το ύφος, τους στίχους, αλλά και το τμήμα μάρκετινγκ της Χ δισκογραφικής. Μπορεί η Aretha Franklin να τραγουδούσε το Respect όταν τα δικαιώματα των μαύρων μπήκαν δυναμικά στο προσκήνιο, αλλά μπορώ εγώ το 2017 στην Καλλιθέα να το ακούω, να το ευχαριστιέμαι και να το κοιτάζω από μια διαφορετική σκοπιά. Στον 21ο αιώνα,  με ό,τι αυτό συνεπάγεται, μπλουζ δεν ακούνε μόνοι οι μαύροι, house δεν ακούνε μόνο στο S-Cape και Marina δεν ακούνε μόνο τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα. Δε θέλω να δώσω θετικό ή αρνητικό πρόσημο σε αυτά που περιέγραψα μέχρι στιγμής, αλλά να καταλήξω στο ότι, αυτά τα όρια πλέον είναι πάρα πολύ θολά, αν όχι ανύπαρκτα και το κάθε genre δε φέρει οπωσδήποτε τη δική του κουλτούρα στον κάθε ακροατή. Τόσο στην ποπ, όσο και στη ροκ.

Το ποιο είδος μουσικής προτιμούμε είναι κάτι πολύ πιο τυχαίο από όσο νομίζουμε, σε έναν κόσμο που απουσιάζουν τέτοια όρια. Μέχρι την εφηβεία, στην οποία σε γενικές γραμμές διαμορφώνονται τέτοια γούστα, δεν είμαστε tabulae rasae. Υπάρχει η μουσική που ακούγεται στο σπίτι, οι στιγμές και τα πρόσωπα με τα οποία έχει συνδεθεί στο μυαλό μας, οι φίλοι μας και τα αντίστοιχα βιώματά τους κ.ο.κ. Είτε είναι Πλούταρχος, είτε είναι Animals και πάντοτε σε δύο νόρμες. Η πρώτη της αποδοχής και της υιοθέτησης, η δεύτερη της αμφισβήτησης. Σε αυτό οφείλονται και κάποια slips που υπάρχουν ακόμα και στους πιο «αφοσιωμένους» και «μουσικά κατασταλλαγμένους». Εγώ π.χ. συμπαθώ τον Μαζωνάκη. Δεν έχει κανένα από τα στοιχεία που ψάχνω σε έναν τραγουδιστή, αλλά μου προκαλεί μια νοσταλγία και μια ανοχή που δε δείχνω σε άλλους καλλιτέχνες αυτής της κατηγορίας και οφείλεται στο γεγονός ότι όταν ήμουν 1,5 μέτρο άνθρωπος, ακούγονταν από ‘δω κι από ‘κει τραγούδια του. Και δε θα έπρεπε ούτε να απολογηθώ γι’ αυτό, ούτε να χρειάζεται να το εξηγήσω σε μια παρέα με γούστα παρόμοια με τα κυρίαρχα δικά μου. Γιατί; Επειδή είναι κάτι καθαρά προσωπικό και δεν πέφτει λόγος σε κανέναν ούτε για τις εμπειρίες μου, ούτε για τις διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στο μυαλό μου όποτε ακούω Μαζώ. 

Όλα καλά μέχρι εδώ. Κανείς δε διαφωνεί και εγώ φαίνεται να δηλώνω το αυτονόητο. Αλλά δεν είναι όλα καλά και υπάρχει κόσμος που διαφωνεί. Απλά το καμουφλάρει καθώς μέσα από μια στοιχειώδη σκέψη, καταλαβαίνει τη φαιδρότητα στο να καθορίζουν τα τραγούδια στο κινητό σου, την προσωπικότητά σου συλλήβδην. Φυσικά και όλοι μας θεωρούμε πως η μουσική που ακούμε είναι η καλύτερη και γι’ αυτό την ακούμε και επενδύουμε χρήμα, χρόνο και συναίσθημα σε αυτήν. Αυτό συχνά οδηγεί όχι, στην προσωπική απόρριψη και κριτική άλλων ειδών και καλλιτεχνών, αλλά στην απαξίωσή τους και παρατηρείται κυρίως στους ροκάδες και τους –πλέον σνομπ μουσικόφιλους- μεταλάδες. Ποτέ από σκυλο-ποπάδες. Το πιο ακραίο που θα σου πουν είναι κάτι που έτσι κι αλλιώς έχεις ακούσει από την μάνα σου: «αχ πως τα ακούς αυτά τα κλαμπατσίμπανα καλέ, είναι σκέτος θόρυβος, αυτός τώρα τραγουδάει;», αλλά και πάλι μπορείς να κατανοήσεις ότι η μέταλ δεν είναι η πιο εύκολη μουσική για όλα τα αυτιά και έχει και την μπρουτάλ επιβεβαίωση που καταβάθος γουστάρεις λιγάκι. Αντιθέτως, ο ροκάς θα κάνει ολόκληρη κοινωνικοπολιτική ανάλυση με βάση μια φωτογραφία από εμφάνιση του Καρρά, ένα λάιβ της Rihanna ή το βίντεο-κλιπ της Σάττι και θα στήσει πανηγύρι όταν δει τα επιχειρήματά του να στέκουν έστω και λίγο. Δε λέω, κάποια πράγματα είναι εξόφθαλμα και καθένα από τα προαναφερθέντα μπορεί να θρέψει τέτοιες αναζητήσεις –δεν κρύβομαι, έχω μπει σε αυτό το τρυπάκι άπειρες φορές και ο ίδιος. Πολλές φορές τόσο η ποπ με την ευρεία της έννοια, όσο και τα σκυλάδικα κυοφορούν μία πολύ συγκεκριμένη κουλτούρα, ένα λάιφσταιλ, ακόμη και κάποια πολιτικά στοιχεία (βλ. Σφακιανάκη). Αλλά όχι απαραίτητα. Και αυτό είναι το κλειδί. Ότι δεν υπάρχει μια σχέση αιτίου-αιτιατού. Το ότι ακούς Σφακιανάκη, δε σε κάνει αυτόματα χουντάιο. Αντίστοιχα και η ροκ, η μέταλ και τα παρακλάδια τους έχουν συνδεθεί με κόσμο αλλά και έννοιες εξαιρετικά ασύνδετες μεταξύ τους. Από τον Μάη του ’68 και το “Street Fighting Man” μέχρι το Burzum και το σατανισμό. Όσοι άκουγαν Rolling Stones δεν κατέβαιναν σε πορείες και όσοι ακούν Burzum δεν καίνε εκκλησίες. Δεν μπορώ να δεχτώ πως πρέπει να εξηγηθούν αυτά τα πράγματα, όμως αυτό είναι όμως το πρώτο κυρίαρχο επιχείρημα για την απαξίωση και το διαχωρισμό βάσει μουσικών προτιμήσεων.

Το δεύτερο είναι το ταλέντο. Ας βγάλουμε απ’ έξω το γεγονός ότι σχεδόν όλες οι ενορχηστρώσεις γίνονται από ανθρώπους που έχουν φάει τη ζωή τους μελετώντας μουσική και συνήθως ακούν διαφορετικά πράγματα. Η θέση αυτή υποστηρίζει ότι η ποπ είναι 3 νότες στον υπολογιστή και στίχοι κονσέρβα, ενώ η ροκ είναι τέχνη, ταλέντο, τρελές βιρτουοζιές και σκέτη ποίηση. Σε αυτό λέμε ένα βροντερό όχι. Για πολλούς λόγους. Ο πρώτος και βασικότερος είναι ότι υπακούν στις ίδιες ακριβώς αρχές της μουσικής βιομηχανίας, οι οποίες συμπυκνώνονται στη φράση «αν δεν πουλάς, δε βγάζεις δίσκους». Ο δεύτερος είναι ότι εδώ και περίπου ενάμιση αιώνα, έχει ξεπεραστεί η κλασικιστική αντίληψη για την τέχνη, όπου μόνο το υπεράνθρωπο και ξεχωριστό ταλέντο έχει σημασία. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, ο τελευταίος μεγάλος μουσικός θα ήταν ο Προκόφιεφ, γιατί νομίζω ότι το “Love me Do” των Beatles δε χρειάζεται τόόόσο δα ταλέντο. Άλλωστε, πολλοί αντιπαθούν την υπερβολική αρτιότητα και την μανιώδη επίδειξη ταλέντου στην κιθάρα του Satriani, ή στην προφεσόρικη μουσική των Dream Theater, καθότι τη θεωρούν αποστειρωμένη και ανίκανη να προσφέρει ταύτιση και συναίσθημα. Οι Ramones δεν έπαιξαν ποτέ σόλο, οι Guided By Voices ξεχωρίζουν γιατί έχουν παραγωγή σα να ηχογραφήθηκε σε πατάτα και αυτό γουστάρουν οι φαν τους, ενώ τους στίχους του “She Loves You” –για να επικαλεστώ πάλι τους Θεούς- δεν τους λες και προϊόν κάποιας ανώτερης ανθρώπινης νόησης. Όλα αυτά ίσως σημαίνουν κάτι για τον καλλιτέχνη και τη δική του αντίληψη περί τέχνης, αλλά τίποτα πέρα από ζητήματα αισθητικής για τον ακροατή. Η μουσική δε χρειάζεται να είναι δύσκολη για να είναι ωραία. Εξάλλου η ποπ δε νομίζω ότι ήταν κατά πολύ ευκολότερη υπόθεση. Εσύ τι λες David Bowie;

Ωστόσο ο σνομπισμός, η ψυχολογία του όχλου και η ανάγκη να νιώσουμε ξεχωριστά λουλουδάκια επειδή ακούμε κάτι «ανώτερο» υπερισχύουν κάθε σοβαρής άποψης. Πρόσφατα διάβασα μια ανταπόκριση από την τελευταία συναυλία των Depeche Mode στην Μαλακάσα η οποία αναρτήθηκε στο αντίστοιχο ελληνικό γκρουπ στο Facebook. Η ανταπόκριση αυτή είχε ένα ελαφρώς αρνητικό πρόσημο, διπλωματικά διατυπωμένο και τεκμηριωμένο με κάμποσα ορθότατα επιχειρήματα. Έπειτα διάβασα τα σχόλια και έφριξα. Από άσχημη βωμολοχία και αυτόματες υποθέσεις προσβλητικού χαρακτήρα, μέχρι αισχρά σεξιστικά παραληρήματα και προτροπές για απόλυση της αρθρογράφου! Βλέποντας αυτή την υβρεοπομπή από ανώτερους, εξυπνότερους και πιο εκλεπτυσμένους ανθρώπους (σύμφωνα με την ιδέα για τον εαυτό τους) και αηδιάζοντας με τη στάση τους, κατάλαβα πως όχι, τελικά ΔΕΝ είναι οκ να κρίνεις κάποιον από την μουσική που ακούει και πως οτιδήποτε έρχεται με την μορφή του «ναι, αλλά…» είναι μια γενίκευση, ένα μη καθολικό συμπέρασμα και τίποτα παραπάνω.

Η κριτική ενός τραγουδιού, ενός είδους, ενός καλλιτέχνη ή της ίδιας της μουσικής ως τέχνη, είναι πάντα δόκιμη και έχει τεράστια σκέψη και θεωρητικοποίηση πίσω της, από τον Adorno ως το breakroom.gr. Η απροκάλυπτα αυθαίρετη ταμπελοποίηση χιλιάδων ανθρώπων και η αντίστοιχη στάση απέναντί τους, βασιζόμενη αποκλειστικά σε ένα στοιχείο προσωπικής διασκέδασης, είναι διαφορετικό πράγμα και δεν έχει να κάνει με πλειοψηφίες και νόρμες. Είναι στην καλύτερη περίπτωση λάθος και θα έπρεπε να το ξέρουν καλύτερα από όλους, οι άνθρωποι που για δεκαετίες ολόκληρες στιγματίστηκαν για τους δίσκους που αγόραζαν. Γιατί υποτίθεται θα έπρεπε να γνωρίζουν την ασχημότερη όψη του ζητήματος, όπως τι σημαίνει να θεωρείσαι κομμουνιστής στην Ψυχροπολεμική Αμερική επειδή ακούς Clash, ή πιο ακραία να θεωρείσαι διαφθορέας και ανήθικος επειδή ακούς Motley Crue ή να τρως ξύλο από την αστυνομία σε συναυλία του Gallagher, εδώ στη Φιλαδέλφεια, επειδή τολμάς να χορέψεις αυτή την μουσική. Αλλά δεν το είπαμε; Η μουσική πλέον δεν έχει ιστορία…

Δημήτρης Φαληρέας

Αρχισυντάκτης

back to top

Comments

marina diamonds 2019 breakroom athens

candlemass 2019 breakroom athens

lara fabian 2019 breakroom athens

deerhunter 2019 breakroom athens

AGENDA

No event in the calendar
November 2019
Mon Tue Wed Thu Fri Sat Sun
1
2
3
4
5
6
7
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30